Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Μεταστροφές στην Ορθοδοξία - Greek Orthodox Web 7

http://orthodoxweb.blogspot.com

ORTHODOX WEB


Μεταστροφές στην Ορθοδοξία

Greek Orthodox Web 7

ORTHODOX CHRISTIANITY – MULTILINGUAL ORTHODOXY – EASTERN ORTHODOX CHURCH – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ​SIMBAHANG ORTODOKSO NG SILANGAN – 东正教在中国 – ORTODOXIA – 日本正教会 – ORTODOSSIA – อีสเทิร์นออร์ทอดอกซ์ – ORTHODOXIE – 동방 정교회 – PRAWOSŁAWIE – ORTHODOXE KERK -​​ නැගෙනහිර ඕර්තඩොක්ස් සභාව​ – ​СРЦЕ ПРАВОСЛАВНО – BISERICA ORTODOXĂ –​ ​GEREJA ORTODOKS – ORTODOKSI – ПРАВОСЛАВИЕ – ORTODOKSE KIRKE – CHÍNH THỐNG GIÁO ĐÔNG PHƯƠNG​ – ​EAGLAIS CHEARTCHREIDMHEACH​ – ​ ՈՒՂՂԱՓԱՌ ԵԿԵՂԵՑԻՆ​​

ORTHODOX WEB: http://orthodoxweb.blogspot.com - Abel-Tasos Gkiouzelis - Email: gkiouz.abel@gmail.com

♫•(¯`v´¯) ¸.•*¨*
◦.(¯`:☼:´¯)
..✿.(.^.)•.¸¸.•`•.¸¸✿
✩¸ ¸.•¨ ​

http://greekorthodoxweb1.blogspot.com - Θεία Εξομολόγηση
http://greekorthodoxweb3.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb4.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb7.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία
http://greekorthodoxweb9.blogspot.com - Μεταστροφές στην Ορθοδοξία

<>

Η απάντηση ενός ιεραποστόλου για ποιο λόγο πήγε στην Ιεραποστολή των ειδωλολατρών από την στιγμή που δεν τον κάλεσαν οι ίδιοι

Λέει ἕνας στό φίλο του πού δραστηριοποιεῖται στήν ἱεραποστολή, πού μόλις εἶχε ἐπιτρέψει στά πάτρια ἀπό μία μακρινή εἰδωλολατρική χώρα:

—Τί ἤθελες νά πᾶς νά ζῆς μεταξύ αὐτῶν τῶν εἰδωλολατρῶν; Μήπως σοῦ τό ζήτησαν;
Ὁ νεοαφιχθεῖς ἱεραπόστολος τοῦ ἀπαντά:

—Νά σοῦ πῶ. Ὅταν ἤμουν φοιτητής, κάποιο βράδυ, φεύγοντας ἀπ᾽ τό σπίτι μου βλέπω μία λάμπα σ᾽ ἕνα ἀπέναντι παράθυρο νά καπνίζει καί νά πιάνη φωτιά ἡ κουρτίνα. Πρός στιγμήν σκέφθηκα νά φωνάξω ἀπέναντι στούς κατοίκους νά τρέξουν νά τή σβήσουν, ἀλλά εἶπα ἀφοῦ δέν μοῦ τό ζήτησαν γιατί νά τούς φωνάξω; Καί συνέχισα γιά τήν ἔξοδό μου.

—Δέν μπορεῖ νά τό ἔκανες αὐτό, τοῦ λέει ἐπιτιμητικά ὁ φίλος, μποροῦσε νά γίνει μεγάλη καταστροφή.

—Πράγματι, δέν τό ἔκανα. Φώναξα καί βοήθησα νά τή σβήσουν. Τό ἴδιο κάνω καί τώρα μέ τούς εἰδωλολάτρες πού λές. Δέν μέ φώναξαν, καί εἶναι φυσικό νά μήν μέ φωνάξουν. Οὔτε ἤξεραν αὐτοί τόν αἰώνιο κίνδυνο πού διατρέχουν μακρυά ἀπ᾽ τόν ἀληθινό Θεό καί τό Σωτήρα Χριστό. Ἀλλά ἐγώ πού ξέρω, καί ἔχω ὅπως καί μέ τή φωτιά τήν εἰκόνα καί τή γνώσι, θεώρησα χρέος μου νά πάω νά τούς κηρύξω τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτήριας.

Πηγή:

http://xristosorthodoxia.blogspot.com

ΧΡΙΣΤΟΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Η Αγία Τριάδα τον έσωσε 
από την αυτοκτονία

Ἦταν περασμένη ἡ ὥρα τὴν Κυριακὴ τὸ βράδυ ὅταν ὁ ἱερέας τοῦ ναοῦ ἀποφάσισε νὰ τηλεφωνήση στὴν πρεσβυτέρα του στὸ σπίτι γιὰ νὰ τῆς πῆ ὅτι σὲ λίγο θὰ κινήση γιὰ τὸ σπίτι. Ἄφησε τὸ τηλέφωνο νὰ χτυπήση πολλὲς φορές, ἀλλὰ ἐκείνη δὲν ἀπάντησε.

Ὁ ἱερέας παραξενεύτηκε, ἀλλὰ ἀποφάσισε νὰ τακτοποιήση κάποιες τελευταῖες ἐκκρεμότητες προτοῦ ξανατηλεφωνήση. Ὅταν τὸ ἔκανε ὕστερα ἀπὸ λίγα λεπτά, ἐκείνη ἀπάντησε ἀμέσως.

–Γιατί δὲν ἀπάντησες τὴν πρώτη φορά;, τὴ ρώτησε.

–Μὰ δὲν χτύπησε ἄλλη φορά!, τοῦ εἶπε ἐκείνη.

Δὲν ἔδωσαν παραπάνω σημασία στὸ γεγονὸς καὶ ἀσχολήθηκαν μὲ τὰ τρέχοντα θέματα τῆς οἰκογενείας τους.

Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ ἱερέας δέχτηκε ἕνα τηλεφώνημα στὸ ναό.

–Μοῦ τηλεφωνήσατε χθές, ἀκούστηκε μία ἀνδρικὴ φωνὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ τηλεφώνου.

–Ἐγώ;, ρώτησε ὁ ἱερέας.

–Ναί, χτύπησε πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν τὸ σήκωσα, ἀπάντησε ὁ ἄνδρας.

Ἀμέσως ἦρθε στὸ νοῦ τοῦ ἱερέα τὸ περιστατικὸ μὲ τὸ τηλεφώνημα ποὺ ἔκανε στὴν πρεσβυτέρα του.

–Ἄ, ναί!, ἔκανε ὁ ἱερέας. Ἤθελα νὰ τηλεφωνήσω στὴ σύζυγό μου καὶ κατὰ λάθος τηλεφώνησα σὲ σᾶς!

–Δὲν πειράζει, τὸν καθησύχασε ὁ ἄγνωστος. Μόνο θὰ ἤθελα νὰ σᾶς πῶ μὲ δύο λόγια τὴν ἱστορία μου. Χθὲς λοιπὸν εἶχα ἀποφασίσει νὰ δώσω τέλος στὴ ζωή μου. Δὲν ἄντεχα νὰ ὑποφέρω ἄλλο. Εἶχα κουραστῆ. Δὲν ἔχει σημασία τὸ πῶς καὶ τὸ γιατί. Προτοῦ ὅμως τὸ κάνω αὐτὸ εἶχα πεῖ στὸ Θεὸ ὅτι, ἂν δὲν θέλη νὰ αὐτοκτονήσω, νὰ μοῦ στείλη ἕνα σημάδι. Τότε χτύπησε τὸ τηλέφωνο. Κοίταξα τὴν ἀναγνώριση κλήσης καὶ ἔγραφε "Ἁγία Τριάδα". Μόλις τὸ εἶδα, μέσα στὸν πανικό μου καὶ τὴν ἔνταση τῆς κατάστασης ποὺ βίωνα, φοβήθηκα νὰ ἀπαντήσω. Κι ἔτσι τὸ σημάδι ποὺ ζήτησα μοῦ ἦρθε μέσα ἀπὸ τὸ τηλεφώνημά σας!

Ὁ ἱερέας χαμογέλασε καὶ ἀπὸ μέσα του εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ γιὰ τοῦτο τὸ δῶρο ζωῆς. Χάρηκε τόσο πολὺ ποὺ ἦταν ἐφημέριος τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὸ τηλέφωνο τῆς ἐκκλησίας ἦταν καταχωρημένο στὸν τηλεφωνικὸ κατάλογο.

Ἀπό το: Περιοδικό Χριστιανική Σπίθα

Πηγή:


ORTHODOXY IS LOVE

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ

<>

Ο Άγιος Βαρσανούφιος της Όπτινα Ρωσίας μας διηγείται την θαυμαστή μεταστροφή ενός Άγγλου αθέου στην Ορθοδοξία

Διηγεῖται ὁ Ἅγιος Στάρετς Βαρσανούφιος τῆς Ὄπτινα Ρωσίας (+1913):

«Κάποιος Ἄγγλος ἄθεος, ὀνόματι James, εἶχε δημοσιεύσει ἕνα κείμενο στό ὁποῖο περιγράφει τήν αἰτία τῆς μεταστροφῆς του στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Σέ ἕνα περίπατό του μέ ἕνα φίλο του συνάντησαν μία Ὀρθόδοξη ἐκκλησία. Κάι ἐπειδή ὁ φίλος του ἦταν Ὀρθόδοξος θέλησε νά μπῆ νά προσκυνήση.

—Ἐπιτρέπεται νά ἔρθω καί ἐγώ μαζί σου;, τόν ρώτησε ὁ Ἰάκωβος.

—Ἀσφαλῶς.

Τήν στιγμή πού ἐκεῖνος ἀσπαζόταν τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὁ James μέ τά μάτια καρφωμένα στήν εἰκόνα, ἀπόρησε:

—Τί ἄραγε θά γίνη, ἄν τήν ἀσπαστῶ καί ἐγώ;

Δέν πρόλαβε νά ὁλοκληρώση τήν σκέψι του καί νά! Μία γυναίκα μέ ἀστραφτερά ἐνδύματα τόν πλησιάζει. Καί μέ μιά χαριτωμένη κίνησι σκέπασε τό κεφάλι του μέ τό μαφόριό της. Μία ἀπερίγραπτη ἀγαλλίασι γέμισε τήν ψυχή του. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ἄλλαξε πορεία: Πῆρε τό δρόμο πρός τό Χριστό. Χωρίς ποτέ νά ἐπιτρέψη στόν ἑαυτό του νά γυρίση πρός τά πίσω. Ἔγινε ἕνας συνειδητός Ὀρθόδοξος Χριστιανός».

Πηγή:


ENGLAND OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

<>

Απρίλιος 2015: Ομαδική Ορθόδοξη 
Βάπτιση στις Φιλιππίνες


24 Απριλίου 2015: Ομαδική Ορθόδοξη Βάπτιση στο Purok Tagumpay του Alabel, στην Επαρχία Sarangani των Φιλιππίνων. Πρώην μέλη της “Ανεξάρτητης Καθολικής Εκκλησίας των Φιλιππίνων” βαπτίζονται Ορθόδοξοι.

Πηγή:

http://philippinesofmyheart.wordpress.com

PHILIPPINES OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΙΣ ΦΙΛΙΠΠΙΝΕΣ

<>

Ο Γέροντας Τρύφων της 
Νήσου Vashon της Washington σώζει έναν Αμερικάνό που ήθελε να αυτοκτονήσει σε ένα δάσος του Oregon των ΗΠΑ

Αναφέρει ο Γέροντας Τρύφωνας ο ηγούμενος της Μονής του Σωτήρος Χριστού της Νήσου Vashon στην Washington των ΗΠΑ:

«Πρίν ἀπό πολλά χρόνια, πῆρα ἕνα μονοπάτι πού προχωροῦσε βαθιά σ᾽ ἕνα δάσος τοῦ Oregon, ὅταν εἶδα ξαφνικά μπροστά μου ἕνα νεαρό καθισμένο πάνω σ᾽ ἕνα κούτσουρο. Ἡ ἀφετερία τοῦ μονοπατιοῦ ἀπεῖχε κάπου τέσσερα μίλια ἀπ᾽ τό σημεῖο καί μοῦ φάνηκε πολύ παράξενο πού βρῆκα αὐτόν τόν ἄνθρωπο, μόνο, τόσο βαθιά μεσ᾽ στό δάσος. Ἦταν τόσο βυθισμένος στίς σκέψεις του, πού αἰσθάνθηκα τήν ἀνάγκη νά τοῦ ζητήσω νά μέ συγχωρήση πού τόν ξάφνιασα. Κάτι εἶπα γιά τήν ὀμορφιά τῆς θείας δημιουργίας καί τόν ρώτησα ἄν ἤθελε νά μοιραστοῦμε τό κολατσιό καί τόν καφέ μου. Κάθισα στό κούτσουρο δίπλα του, ἄνοιξα τό σακίδιό μου καί τοῦ ἔδωσα τό μισό ἀπ᾽ τό φαγητό μου. Μετά ἀπό λίγο, στράφηκε πρός τό μέρος μου, μοῦ ἔδειξε ἕνα περίστροφο καί μοῦ εἶπε ὅτι εἶχε ἔρθει στό ἀπομακρυσμένο αὐτό σημεῖο γιά νά αὐτοκτονήση. Μάλιστα ὅταν ἐμφανίσθηκα μέ τή μακρυά γενειάδα μου, τά μακρυά μαλλιά καί τό μαῦρο ράσο μου, νόμιζε ὅτι ἤμουν ἕνας ἄγγελος σταλμένος ἀπ᾽ τό Θεό· προσευχόταν λέει νά τόν συγχωρήση ὁ Θεός γι᾽ αὐτό πού ἑτοιμαζόταν νά κάνη. Τόν διαβεβαίωσα ὅτι εἶχα σάρκα καί ὀστά καί ὅτι δέν ἤμουν ἄγγελος. Πρόστεσα, ὅμως, ὅτι μέ ἔστελνε ὁ Θεός μέ ἕνα μήνυμα γι᾽ αὐτόν. Τό μήνυμα ἔλεγε ὅτι ἦταν πολύ ἀγαπητός στό Θεό καί ὅτι ἡ περίοδος αὐτή τῆς ἀπελπισίας γρήγορα θά περνοῦσε. Μοῦ ἔδωσε τό περίστροφό του, τό ὁποῖο ἔβαλα στό σακίδιό μου, καί κουβεντιάσαμε πολλή ὥρα γιά τή ζωή του. Γιά πολλά χρόνια ἀναρωτιόμουν ποιά κατεύθυνσι ἄραγε νά πῆρε ὁ ἄνθρωπος αὐτός μετά ἀπ᾽ τή συνάντησί μας στό δάσος. Ἀναρωτιόμουν ἀκόμη τί θά εἶχε συμβεῖ ἄν συνέχιζα τήν πεζοπορία μου χωρίς νά σταθῶ νά τόν χαιρετίσω, χωρίς νά τοῦ προσφέρω ἕνα χαμόγελο καί μισό σάντουϊτς. Κάθε φορά πού παραμερίζουμε τόν ἑαυτό μας καί βάζουμε μπροστά τό Χριστό, γινόμασθε δικοί Του ἀγγελιοφόροι».

 Πηγή:


WASHINGTON OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ

<>

Ο Γέροντας Ιωάννης Καλαΐδης των Σερρών (+2009) και μία πρώην αιρετική γυναίκα

Ἀναφέρει ἡ Ζαχαρούλα Σινάνη ἀπ᾽ τίς Σέρρες ἕνα περιστατικό ἀπ᾽ τή ζωή του π. Ἰωάννη Καλαΐδη (+2009) τοῦ αγιασμένου Γέροντα τῆς Φιλύρας (Νεοχωρίου) Σιντικής τῶν Σερρῶν:

«Κάποτε τοῦ πῆγα μία κοπέλλα πού ήθελε νά πάρη τήν εὐχή του. Δοκιμαζόταν πολύ ἡ συγκεκριμένη. Εἶχε μπλέξει μέ κάποια αἵρεσι, ὄχι ἀπό κακή πρόθεσι, ἀλλά ἀπό λανθασμένο τρόπο ἀναζητήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὄταν ἀντιλήφθηκε ὅτι εἶναι σέ λάθος δρόμο, μετανόησε πραγματικά, ἐξομολογήθηκε, ζοῦσε κατά Θεό, ἀλλά δοκιμαζόταν πολύ ἀπό σοβαρή “ἀσθένεια γιά κάθαρσι”, ὅπως ἔλεγε ἡ ἴδια. Τήν γνώρισα μέσῳ κάποιου κοινοῦ γνωστοῦ καί τήν πῆγα στόν παπα-Γιάννη. Τή δέχθηκε μέ πολλή ἀγάπη, τή συμβούλεψε, τήν παρηγόρησε καί τῆς εἶπε πώς, γιά νά ἀνακουφισθοῦν οἱ ἀνυπόφοροι πόνοι πού εἶχε, επρεπε νά σταυρωθῆ μέ ἅγιο μύρο τῆς Παναγίας Μαλεβῆς. Μόλις  τό ἄκουσα, εἶπα:

—Παππούλη μου, πού νά τό βροῦμε τό λαδάκι τῆς Μαλεβῆς τώρα; Τῆς ἔδωσα μύρο ἀπ᾽ τό λαδάκι τῆς Παναγίας τῆς Ἄνδρου.

—Ὄχι, ἐπέμενε ὁ παπα-Γιάννης.

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι αὐτό.

Ὅταν φεύγαμε, μοῦ εἶπε αὐτή ἡ πονεμένη ψυχούλα:

—Ζαχαρούλα, σέ ἅγιο ἄνθρωπο μέ ἔφερες.

—Γιατί, καλή μου;, τή ρώτησα.

—Γιατί αὐτό πού εἶπε γιά τό μύρο τῆς Μαλεβῆς ἔχει νόημα. Κάποια φορά πού πῆγα στή Παναγία Μαλεβή, μάλωσα μέ τίς μοναχές, τίς πρόσβαλλα λόγῳ τοῦ μύρου. Τό εἶδε αὐτό ὁ ὅσιος Γέροντας, καί γιά νά τό ἐξομολογηθῶ καί νά πάω νά ζητήσω συγγνώμη ἀπ᾽ τίς μοναχές, μοῦ εἶπε ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά σταυρωθῶ μέ τό μύρο.

Ἔμεινα ἔμβροντητη. Δέν μποροῦσε νά κρυφθῆ κανείς ἀπ᾽ τόν ἅγιο. Ὅπως προεῖπα, εἶχε τό χάρισμα νά βλέπη τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων».

Πηγή:


HEAVEN ON EARTH - ORTHODOXY

<>

Μία αδιόρατη μεταστροφή

Επίσκοπος Φλωρίνης 
Αυγουστίνος Καντιώτης (+2010)

Ἀναφέρει ὁ Γέροντας Ἐπίσκοπος Φλωρίνης Αὐγουστίνος Καντιώτης:

«Ἄς θυμηθῶ κατ᾽ ἀρχήν τήν πρώτη πόλι πού μ᾽ ἀξίωσε ὁ Θεός νά ὑπηρετήσω, τό Μεσολόγγι. Νέος ἐγώ τότε, τό 1935, μόλις 28 ἐτῶν, ἀνέβηκα στόν ἄμβωνα. Ἀπ᾽ τίς πρῶτες προσπάθειές μου δέν ἔβλεπα ἀποτελέσματα. Ἕνας νέος ξέρετε ζητάει νά δῆ ἄμεσα ἀποτελέσματα. Γι᾽ αὐτό ἤμουν κάπως ἀπογοητευμένος. Συνέχισα, βέβαια, τή διδασκαλία, εἶχα ὅμως ἀπορία. Καί τί ἔκανες, Αὐγουστίνε, στό Μεσολόγγι; Τόσα κηρύγματα, κατηχητικά, φυλλάδια, κόποι· τί βγῆκε ἀπ᾽ ὅλη αὐτήν τήν περιπέτεια, πού κάθησες ἐπτά χρόνια (1935-1941) στό Μεσολόγγι;... Πάντοτε τό σκεπτόμουν.

Πέρασαν εἴκοσι χρόνια καί γύρω στό 1960 ταξίδευα μιά μέρα μέ τό σιδηρόδρομο· καθόμουν σέ μιά γωνιά καί διάβαζα τό Εὐαγγέλιο. Ἔνας ἐπιβάτης μέ παρατηροῦσε ἀπ᾽ τήν ἄκρη τοῦ συρμοῦ. Πλησίασε μέ σεβασμό καί μοῦ λέει:

—Εἶσθε ὁ π. Αὐγουστίνος;

—Ναί.

—Ἐσεῖς δέν κάνατε στό Μεσολόγγι;

—Τί θέλετε;

—Θά σᾶς πῶ κάτι· ἐγώ εἶμαι ἀπ᾽ τό Μεσολόγγι., ἐρχόμουν ἐκεῖ, στήν Ἁγ. Παρασκευή, καί ἄκουγα τά κηρύγματα. Μέχρι τότε ἤμουν ὁ πιό βλάστημος. Ἀλλά ὅταν ἄκουσα ἐκεῖ ἕνα κήρυγμά σου ἐναντίον τῆς βλαστημίας, ἀπό τότε τήν ἔκοψα. Λέω· Δόξα Σοί, ὁ Θεός».

Πηγή:


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
<>

Η πορεία του Frank Natawe (1927-2000) φυλάρχου των Αυτόχθονων Αμερικανών Mohawk του Καναδά, στην αγκαλιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Από τόν

Δρ. Ιωάννη Χατζηνικολάου, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο McGill του Montreal, Καναδάς
“Το πέρασμα ενός Αυτόχθονου Αμερικανού Mohawk” στο περιοδ. Σύναξις

Η ιστορία του Αυτόχθονου Αμερικανού Frank Natawe (1927-2000) αρχηγού των Mohawk, που έζησε και πέθανε ως Ορθόδοξος Χριστιανός, υπερασπιζόμενος παράλληλα και την παράδοση της φυλής του. Άρχισε μάλιστα να μεταφράζει τα λόγια της πιο ιερής τελετής της Ορθοδοξίας στη γλώσσα του λαού του.

* * *

Σάββατο βράδυ. Λιγοστά φώτα. Στη ρωσική Μητρόπολη των Αγίων Πέτρου και Παύλου ο εσπερινός μόλις έχει αρχίσει. Οι σκιερές σιλουέτες των λιγοστών πιστών που παρευρίσκονται, παίρνουν όγκο καθώς ανάβουν τα κεριά στα μανουάλια. Το τέμπλο υποβλητικό, φτιαγμένο από έμπειρους τεχνίτες στις αρχές του αιώνα…

Είναι η δεύτερη μου φορά στον Εσπερινό, πάνε χρόνια τώρα… Το «φως ιλαρόν» στα σλαβονικά δημιουργεί μια αίσθηση εσώτερης γαλήνης και ανάπαυσης. Όλα δέονται τούτη την ώρα για την μέρα που φεύγει και για την μέρα που έρχεται. Μετά την τρέλλα της μέρας τούτο το ευχαριστιακό καταφύγιο καθησυχάζει τα θηρία του νου…

Μέσα στο ημίφως διακρίνω μερικά προφίλ. Μια γερόντισσα ρωσίδα με το εγγονάκι της, ένα ψηλό ξερακιανό μεσήλικα, μια κοπελλίτσα γύρω στα δεκαπέντε, μια νεαρή οικογένεια με τα δυο τους παιδάκια… και ξάφνου το μάτι μου πέφτει κοντά στο μεγάλο παράθυρο. Ακριβώς από κάτω διακρίνω μια μορφή αλλιώτικη από τις άλλες. Ένας πενηντάρης Αυτόχθονας Αμερικάνος με έντονα χαρακτηριστικά και με μαλλιά δεμένα κότσο που φτάναν μέχρι τη μέση. Το βλέμμα μου σταμάτησε πάνω του. Μια περίεργη φιγούρα ασυνήθιστη. Φαντάστηκα πως θα ‘ταν επισκέπτης.

Στο τέλος της ακολουθίας δεν συγκρατήθηκα. Πήγα κοντά του να τον γνωρίσω.

–Γιάννης, του λέω στα αγγλικά. Καλώς ήρθες.

– Βλαδίμηρος, μου απαντά.

– Είμαι Έλληνας∙ εσύ; τον  ρωτώ.

– Και γω, μου λέει.

Κάπου εκεί τα ‘χασα. Ήταν το μόνο που δεν περίμενα ν’ ακούσω!

– Μιλάς ελληνικά; του λέω.

Σκέφτεται λίγο και μετά μου απαντά.

– «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος».

Τελειώνοντας την φράση του ξεκαρδίζεται στα γέλια. Δεν ξέρω τι να πω.

– Είμαι, Mohawk Αυτόχθονας Αμερικανός λέει κοφτά. Κάπου όμως αισθάνομαι και Ρώσος και Έλληνας και Σέρβος και Ρουμάνος, γιατί… είμαι Ορθόδοξος…

Το μάτι του γυάλισε και μαζί και το δικό μου φυλλοκάρδι…

Κάπως έτσι γνωριστήκαμε με τον Βλαδίμηρο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Frank Natawe, πριν γίνει ορθόδοξος και βαπτιστεί Βλαδίμηρος. Ήθελα πάρα πολύ να μάθω την ιστορία του, από περιέργεια και ενδιαφέρον συνάμα.

Κάποτε, αρκετά αργότερα, γίναμε φίλοι. Ανταλλάξαμε κουβέντες και περιπάτους πολλούς, κυρίως στο χωριό του. Μου ‘δειξε δρόμους και τρόπους άγνωστους σε μας τους λευκούς. Πάντα απλά και ανεπιτήδευτα. Χωρίς ίχνος έπαρσης. Είχα κοντά του μια έντονη αίσθηση μαθητείας και, όταν την εξομολογιόμουνα σ’ αυτόν, κείνος μου ‘λεγε πως τα ωραία πράγματα είναι αμοιβαία.

Μου ‘χει μείνει αξέχαστο τον πρώτο καιρό όταν παρασυρμένος από νεανικό ενθουσιασμό του ‘κανα δύσκολες ερωτήσεις. Εκείνος ατάραχος μου ‘λεγε:

– Δεν ξέρω∙ θα μου πεις εσύ;

Κι όταν μια φορά βαρέθηκα ν’ ακούω το «δεν ξέρω» τον παρακάλεσα επίμονα να μου πει κάτι, εκείνος με λυπήθηκε και μου ‘πε:

– Ε! αφού επιμένεις θα σου πω, αφού ρωτήσω πρώτα την φίλη μου.

Πετάχθηκε όρθιος και στη συνέχεια ξαπλώθηκε στο χώμα και έβαλε το αυτί του πάνω στη γη.

– Τι κάνεις; του λέω.

– Ρωτάω τη γης, μου λέει και, πριν καλά καλά συνέλθω από τη σαστιμάρα μου συνέχισε μισο-δισταχτικά:

– Σαν τον Αλιόσα τον Καραμάζωφ.

Από τότε δεν επέμενα ξανά για απαντήσεις. Μάλλον ζούσα μαζί του την έκπληξη της ατάραχης αστραπής που γεννάει βροχούλα και τρέφει  τη γης…

Πάει λίγος καιρός που ο Βλαδίμηρος έφυγε από κοντά μας. Το τέλος  του με συγκλόνισε μαζί με την διαθήκη του. Τώρα πια που η αίσθηση της μορφής του αντί να ξεχαστεί παραβγαίνει μπροστά μου συχνά-πυκνά, είπα να καταγράψω στο χαρτί περιστατικά, εικόνες, αναμνήσεις, λόγια και εκφράσεις του, δίνοντας έτσι ένα σκιαγράφημα της παρουσίας του ανάμεσά μας… μπας και ακούσει και το δικό μου τ’ αυτί… την πολύκροτη σιγή της μάνας γης του Βλαδίμηρου κατ’ εμένα Καραμάζωφ…

Γεννήθηκε στον καταυλισμό των Αυτόχθονων Αμερικανών Caughnawaga, έξω από το Montreal, όπου και έζησε μέχρι την κοίμησή του. Το χωριό έχει σήμερα 5.000 Αυτόχθονες. Φτιαγμένο με κυβερνητική δαπάνη, δίπλα στο ποτάμι, στεγάζει το μεγαλύτερο μέρος των Αυτόχθονων Αμερικανών της περιοχής. Οι Αυτόχθονες Αμερικάνοι, ως οι μόνοι αυτόχθονες της Αμερικής μαζί με τους Εσκιμώους, απολαμβάνουν ιδιαίτερα προνόμια και μεταχείριση, λόγω του ότι παραχώρησαν εκτάσεις από την «μητέρα γη», όπως την αποκαλούν, στους λευκούς αδελφούς τους.

Τα προνόμια αυτά, όπως το να μην χρειάζεσαι διαβατήριο και συγχρόνως να απολαμβάνεις την κρατική μέριμνα, ερμηνεύονται μερικές φορές σαν σκόπιμη προσπάθεια των λευκών να κρατήσουν τους Αυτόχθονες Αμερικάνους αμόρφωτους και τεμπέληδες, πράγμα που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό. Το ποσοστό των αλκοολικών είναι πολύ υψηλό. Ο αγώνας για επιβίωση, ως ομάδας, είναι η καθημερινή τους μέριμνα, μαζί με την διαιώνιση των παραδόσεών τους, για τις οποίες αισθάνονται ιδιαίτερη περηφάνεια. Διοικούνται με έναν ιδιότυπο τρόπο, που ίσως έχει όμως πολλά να διδάξει στις σύγχρονες «πολιτισμένες» πολιτικές και κοινωνικές μας δομές.

Το ανώτερο όργανο είναι η Ομοσπονδία (Confederation) όλων των Αυτόχθονων Αμερικανικών φυλών. Υπάρχει σεβασμός στους αρχηγούς και τους γέροντες (elders) και γερόντισσες κάθε φυλής από γενιά σε γενιά. Η αγάπη και ο σεβασμός του ενός για τον άλλον αποτελεί το θεμέλιο της Ομοσπονδίας.

Στο χωριό Caughnawaga υπάρχουν βασικά τρεις φυλές Αυτόχθονων Αμερικανών. Η πλειοψηφία όμως είναι Mohawk (Μόχακ). Το χωριό υπάρχει από το 1600 περίπου και αποτελεί το κυριότερο κέντρο της φυλής Mohawk. Παραδοσιακά οι Αυτόχθονες Αμερικάνοι ήταν ψαράδες, κυνηγοί και τεχνίτες ξύλου και δερμάτων. Οι τελευταίες γενιές ασχολούνται περισσότερο με τις σιδηροκατασκευές και τις οικοδομές.

«Το χωριό μας», μου λέει ο Βλαδίμηρος, «μαζί με αρκετούς άλλους Αυτόχθονες Αμερικανικούς καταυλισμούς, μεταστράφηκε τον 18ο αιώνα σ’ ένα μεγάλο βαθμό σε ρωμαιοκαθολικό προτεκτοράτο. Στην πραγματικότητα οι καθολικοί μισσιονάριοι επεδίωξαν πάση θυσία την ομαδική μεταστροφή δια της βίας. Όχι με αγάπη αλλά με την θηλειά στο λαιμό. Καταπάτησαν παραδόσεις αιώνων και χρησιμοποίησαν άλλες σαν εφαλτήρια για τα δικά τους σχέδια. Εγώ μέχρι τα 32 μου ακολούθησα την πεπατημένη οδό. Όπως έλεγε η μάνα μου – που ‘ταν η γερόντισσα αρχηγός της φυλής: «Τη μέρα ρωμαιοκαθολικός για τα μάτια του κόσμου και το βράδυ Mohawk για τα μάτια της ψυχής». Τότε όμως στα 32 μου δεν άντεξα τον στενό κλοιό, την θηλειά που φορούσα, και επαναστάτησα με τον δικό μου τρόπο… Έψαξα για χρόνια στις ρίζες μας, έμαθα όλες τις γλώσσες μας, σπούδασα στα πανεπιστήμια των λευκών – που για Αυτόχθονα Αμερικάνο της γενιάς μου ήταν το πιο ασυνήθιστο. Με είχαν για χρόνια περιοδεύοντα λέκτορα συγκριτικής γλωσσολογίας. Πολλές φορές ανέντιμα έπαιρνα την θέση παλιάτσου στα ακαδημαϊκά τους παιχνίδια, μια και γι’ αυτούς ήμουν πουλί σπάνιο, εξωτικό, με άλλα φτερά. Σύγκρινα τις δικές μας λέξεις με τις δικές τους τις γαλλικές και αγγλικές, τα χούγια τα δικά μας με τα δικά τους. Ήταν φορές που ένιωθα πως με κοιτούσαν σαν αρχαιολόγοι που ψαχούλευαν απολιθώματα… Για μένα όμως και μόνο η συνάντηση αυτή, η πολιτισμική, άσχετα με την ανταπόκριση είχε χαρά και λύπη μαζί. Η δική μου επανάσταση βροντούσε γιατί ήταν αθόρυβη σαν του λαγού το πάτημα… Η μάνα μου – ο στύλος του χωριού – ήταν για μένα πηγή σοφίας και πόνου μεγάλου. Ήταν ο … Mohawk Ζωσιμάς μου…»

(Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε…)

«Ο δρόμος μου προς την Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν «κρυφό μονοπάτι», όπως λέμε στη γλώσσα μας. Κάποτε όμως το δίχτυ της με έπιασε και από τότε πορεύομαι πολύ διακριτικά, κουβαλώντας ένα βαρύ σταυρό. Η αφορμή για μένα ήρθε από την γλωσσολογία. Πάντα ήταν ο τομέας που με εντυπωσίαζε. Παίρνοντας μαθήματα γλωσσολογίας, συγκινήθηκα κάποτε διαβάζοντας τους βίους των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, που ονομάζονται Απόστολοι των Σλαύων. Μου προξένησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον το κυριλλικό αλφάβητο και η μετέπειτα σλαβονική γλώσσα. Ρώτησα τον καθηγητή μου αν μπορούσα να ακούσω κάπου να μιλάνε σλαβονικά. Μου είπε να επισκεφτώ μία από τις ρωσικές εκκλησίες .Τηλεφώνησα στη μια και απάντησε ο αυτόματος τηλεφωνητής. Τηλεφώνησα στην άλλη και μια συμπαθητική φωνή μου είπε πως κάνουν εσπερινό στις 7 το βράδυ και Λειτουργία την Κυριακή στις 10 π.μ. Ρώτησα αν μπορώ να πάω. Μου απάντησε βεβαίως. Του είπα πως δεν είμαι Ρώσος ούτε Ορθόδοξος. Μου αποκρίθηκε πως η Ορθόδοξη Λειτουργία δεν είναι μόνο για τους Ρώσους ούτε μόνο για τους Ορθοδόξους, αλλά για όλο τον κόσμο. Πήρα λοιπόν το θάρρος να πάω ένα Σάββατο για ν’ ακούσω σλαβονικά και να γνωρίσω τον παπά, που μου μίλησε τόσο όμορφα. Ήταν ένας ιερομόναχος από το Μαυροβούνι. Το όνομά του π. Αντώνιος… Τώρα σχωρέθηκε κι αυτός… Λοιπόν το πρώτο Σάββατο που παρακολούθησα τον ορθόδοξο εσπερινό  στο μητροπολιτικό ναό των αγίων Πέτρου και Παύλου έζησα κάτι το πρωτόγνωρο. Βλέποντας τις εικόνες, ακούγοντας τις μελωδίες, βλέποντας τις μετάνοιες και τα προσκυνήματα, μυρίζοντας το θυμίαμα, ήταν σαν να βρήκα το ‘’κρυφό μονοπάτι’’»…

«Δεν θα το πιστέψεις, αλλά, από τότε κάθε λίγο και λιγάκι βρίσκω παραλληλισμούς ανάμεσα στην παράδοση των Αυτόχθονων Αμερικανών και στην Ορθόδοξη παράδοση. Κάπου μέσα μου αυτή μου η ανακάλυψη ολοκλήρωνε το Αυτόχθονο (Native) ήθος μου και κάπου το συμπλήρωνε. Τον πρώτο καιρό πετούσα στα σύννεφα. Στην πρώτη μου λειτουργία ρώτησα αν μπορώ να μείνω μετά από τις ευχές των κατηχουμένων… Μου ‘παν: κάθησε. Κάθησα κι εγώ σαν Mohawk σκύλος! Από τότε πήγαινα συχνά. Στην αρχή τις Κυριακές, μετά και τα Σάββατα, αργότερα και τις καθημερινές, όταν είχε μεγάλες γιορτές. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ένα βράδυ είχανε εξομολόγηση μετά τον εσπερινό. Ήτανε Σαρακοστή. Στο τέλος ζητούσαν συγχώρεση όλοι από τον παπά. Εκείνος τους έβαζε το πετραχήλι και τους σταύρωνε. Πήγα και γω στην ουρά. Μου ‘παν:

– Δεν μπορείς, δεν είσαι Ορθόδοξος. Αυτό είναι μυστήριο.

– Μα μυστήριο είναι όλη μας η ζωή, είπα.

Ξανασκέφτομαι και τους ρωτάω:

– Λοιπόν, και πως μπορώ να γίνω;

– Να μιλήσεις του παπά, μου λένε.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και θέλησα να γίνω Ορθόδοξος. Την ημέρα που θα γινόμουνα είχε χιονοθύελλα και δεν μπορούσα να βγω από το χωριό. Αναβλήθηκε για την γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Έτσι κι έγινε… Με ονόμασαν Βλαδίμηρο.

Πολύ πιο ύστερα που ξανασκεφτόμουν την είσοδο στην Ορθόδοξη εκκλησία, ανέσυρα από τις μνήμες μου μια μορφή επιβλητική ενός Σέρβου ιερέα, που όταν ήμουν μικρός είχε επισκεφτεί το χωριό μας. Μου ‘χε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η μορφή και ο τρόπος του. Η μάνα μου θυμάμαι είχε πει:

– Να και ένας που δεν κάνει προπαγάνδα για την αλήθεια του…»

Πέρασε καιρός και αποφάσισα και πάλι να τον επισκεφτώ. Αυτή την φορά πήγα μαζί μου δύο φίλους μ’ ένα μικρό αυτοκινητάκι και εφοδιασμένοι με κασετόφωνα και μικρόφωνα κινήσαμε ένα ηλιόλουστο πρωινό για το χωριό του, το Caughnawaga. Μας σύστησε να ανταμώσουμε στο ραδιοφωνικό σταθμό των Αυτόχθονων Αμερικανών, μια και αυτός για αρκετά χρόνια εκτελούσα χρέη ραδιοσχολιαστή και μας υποσχέθηκε βόλτες και κουβέντες στα δικά τους λημέρια…

Τον βρήκαμε πράγματι στο ραδιοφωνικό σταθμό του χωριού, με τα ακουστικά στα αυτιά, να διαβάζει σε μία-μία τις Αυτόχθονες Αμερικάνικες γλώσσες την πρωινή προσευχή. Μετά στα γαλλικά και τα αγγλικά. Βέβαια οι ακροατές του… δεν έβλεπαν το δικό του σταυροκόπημα.

Τον περιμέναμε με ευλάβεια να τελειώσει… Έβγαλε τα ακουστικά και ήλθε κοντά μας. Ήτανε ομιλητικότερος από άλλες φορές και μάλλον ευδιάθετος…

– Τι θέλετε να σας πω; Ρώτησε καλόκαρδα. Σάματις τι να θέλατε εσείς να μάθετε από μένα;

– Πες μας ό,τι θες, του αποκρίνεται ο Γρηγόρης. Να, ας πούμε για τον λαό σου, τις γιορτές σας, την αποστολή σου…

– Πας πολύ γρήγορα, απάντησε. Ένα – ένα.

– Λοιπόν, ο λαός μου…

Του πήρε καιρό να απαντήσει. Καθόταν σε μια πολυθρόνα και διαπίστωσε πως δεν τον βόλευε… Την παράτησε και κάθησε στο χαγιάτι… να ‘ρθει στο επίπεδό μας…

«Ο λαός μου είναι απλός όπως και το φαΐ του. Ο αρχηγός της φυλής είναι άνδρας, μα τον διαλέγει το συμβούλιο των γυναικών-γεροντισσών της φυλής. Οι τελετές μας όλες οι ομαδικές γίνονται στο ‘’μακρύ σπίτι’’ (long house). Αυτό έχει δύο πόρτες. Από την ανατολική μπαίνουν οι άνδρες, από την δυτική οι γυναίκες. Η κατασκευή του είναι πολύ απλή, όπως άλλωστε και οι περισσότερες τελετές μας. Στους γάμους αναπόσπαστο στοιχείο της τελετής είναι η ευλογία των γερόντων. Στις κηδείες για τις γυναίκες και τους άνδρες όταν τους μεταφέρουν στο μακρύ σπίτι μπαίνουν από την δική τους ο καθένας πόρτα, αλλά πάντα το κεφάλι του νεκρού κοιτάζει προς την ανατολή. Μετά εννιά μέρες έχουμε φαγητό (μακαριά) χωρίς όμως αλάτι…»

Και ξαφνικά πετάχθηκε ορθός, γιατί ο δίσκος που ‘χε βάλει να παίζει για το σταθμό είχε κολλήσει. Έβαλε κάτι άλλο, έκανε μια ανακοίνωση και ξαναγύρισε κοντά μας…

«Τι λέγαμε… Α! Για τις τελετές. Θα σας δείξω πριν βραδυάσει το μακρύ σπίτι… Τώρα για τις γιορτές μας. Όλος ο χρόνος είναι γιορτή… (ξεκαρδίστηκε στα γέλια). Έχουμε το μεσοχείμωνα (4 μέρες γιορτή), την γιορτή του χιονιού, της πρωτανθιάς, του πρώτου καρπού – που ‘ναι το βάτο, τη γιορτή της άφθονης καρπιάς (των ευχαριστιών), την γιορτή του αλωνιού (4 μέρες), την γιορτή του περισσεύματος, της βροχής και του σποριά, και ο κύκλος ξαναρχίζει. Κάτι σαν εκκλησιαστικό ημερολόγιο της γης μας της ιερής…»

Πήρε πάλι βαθιά ανάσα και συνέχισε:

«Δεν λέμε πολλά, ούτε τρώμε πολύ, δεν θυμώνουμε πολύ, αγαπούμε αυτό που μας δόθηκε και συνέχεια ευχαριστούμε για τον καρπό…»

– Έχεις μήπως ταμπάκο; με ρώτησε.

– Όχι, του λέω.

– Εμείς, ξέρεις, το ταμπάκο το μασάμε, το τρώμε δηλαδή, δεν το καπνίζουμε. Όταν το καπνίσεις γίνεται αέρας, όταν το τρως γίνεσαι ένα μαζί του και ευλογάς τη γη που στο ‘δωσε. Τι άλλο με ρώτησες; Α, ναι! Για την αποστολή μου…

«Τι να σας πω. Ο  λαός μου βαρέθηκε τους ιεραποστόλους. Έρχονταν χρόνια τώρα μάλλον για να πάρουν παρά να δώσουν… Δεν σκύβανε να δουν τι είχαμε εμείς. Φέρναν τον οδοστρωτήρα, γκρέμιζαν και μετά άρχιζαν την.. ευαγγελική σπορά.

Εκείνος όμως ο Σέρβος ήταν αλλιώτικος. Έδωσε με την παρουσία του… δεν πήρε τίποτα από μας, εκτός από ένα κομμάτι απ’ την καρδιά μας. Αυτό είναι που αγάπησα όταν διάβασα αργότερα για τον άγιο Γερμανό της Αλάσκας και την ιστορία των Ορθόδοξων ιεραποστολών μεταξύ των Εσκιμώων… είναι αναπόφευκτο να κάνει το μυαλό μου συγκρίσεις… όσο κι αν προσπαθεί…

Θυμάμαι τον Ιησουίτη που μου ‘πε κατάμουτρα πως είχε εντολή να μου διδάξει πνευματικότητα. Όταν έφυγε από το σπίτι μας η μάνα μου έφτυσε τον κόρφο της, λέγοντας πως: ‘’εμείς, παιδί μου, είμαστε λαός πνευματικός, ενώ αυτός, και ο Χριστός του να ‘ρχόταν θα τον κάθιζε στο σκαμνί να τον διδάξει…’’».

– Υπάρχουν κι άλλοι Ορθόδοξοι μέσα στους Αυτόχθονες Αμερικάνους; Ρώτησε ξανά ο Γρηγόρης.

- Γνώρισα έναν Εσκιμώο Ορθόδοξο στο Plattsburg  και έναν ακόμα Mis Mac πανύψηλο. Μπορεί να υπάρχουν και άλλοι που εγώ δεν ξέρω. Στο Αυτόχθονο Αμερικάνικο όμως νοσοκομείο έχουμε ένα ζευγάρι γιατρούς Σέρβους, τους Moscovitch. Χρυσοί άνθρωποι∙ αγαπάνε τον κόσμο μας ιδιαίτερα και τον βοηθάνε».

Η Lesley τον κοίταξα κατάματα.

– Πες μας,  αν  θέλεις,  για  αυτήν  την  ιστορία  με  τις  Mohawk μάσκες. Το έγραψαν όλες οι εφημερίδες και αναφερόταν σ’ όλες το όνομά σου. Τι συνέβη ακριβώς; [υπ: Για την πληροφόρηση του αναγνώστη περιληπτικά αναφέρω τα συμβάντα. Η  Καναδική κυβέρνηση αποφάσισε σ’ ένα καινούργιο μουσείο που άνοιξε στον Δυτικό Καναδά, στην πόλη του Calgary, να εκθέσει μαζί με άλλα εκθέματα και μια σειρά από Mohawk προσωπεία – μάσκες, τα οποία δανείστηκε «ανορθόδοξα» από κάποιο «μακρύ σπίτι» σαν αντικείμενα λαϊκής τέχνης… Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Mohawks και ανέθεσαν στον Βλαδίμηρο να κάνει επί τόπου έρευνα, να επισκεφτεί με κυβερνητική δαπάνη την έκθεση και να δώσει την γνώμη του στον λαό του και στην κυβέρνηση…].

Ο Βλαδίμηρος κάθισε σταυροπόδι και αφού πήρε κάποιο χρόνο να σκέφτεται, απάντησε:

«Για μας οι μάσκες αυτές είναι ιερές. Τις φυλάμε πάντα στο σκοτάδι και τις προφυλάσσουμε με μεταξωτά υφάσματα. Είναι το… άγιος μας πρόσωπο που ψάχνουμε. Το βρίσκουμε στη σιωπή, στα σκοτεινά, όπου  βρίσκουμε και το φως της ψυχής μας. Η ψυχής μας δεν εκτίθεται ούτε σε εκθέσεις ούτε σε φωτά τεχνητά… Αυτοί που έφτιαξαν την έκθεση έχασαν την έννοια του ιερού, γι’ αυτό αγωνίζονται ‘’με το γάντι’’ να την εξαφανίσουν και απ΄ την ψυχήν μας… Εμείς αγαπάμε την γη, γιατί ξέρει να σιωπά και να δίνει καρπό. Μάθαμε ταπεινά να την αγαπάμε, να την τιμάμε. Είναι σαν την Παναγιά την Ορθόδοξη… μια και σας αρέσουν οι παραλληλισμοί… Είπα πολλά όμως. Για να σηκωθείτε τώρα να σας δείξω το χωριό μου…»

Μπαίνοντας στ’ αυτοκινητάκι κάθησα στη θέση του οδηγού. Ο Βλαδίμηρος συνοδηγός άρχισε την ξενάγηση:

«Εδώ βλέπετε στο κέντρο του χωριού την εκκλησιά την καθολική . Είναι αφιερωμένη στην αγία Kateri Tekakwitha, μια Mohawk Αυτόχθονη Αμερικάνα, που ο Πάπας ανακήρυξε αγία.  Έχουμε στην εκκλησία αυτή τα οστά της, που κάνουν θαύματα. Εδώ είναι προσκύνημα λαϊκό. Η ζωή της είναι όμορφη σαν παραμύθι… Για μένα ήταν σαλή δια Χριστόν… Ήταν σαλή με χάρη… Έκαμνε τούμπες στο χιόνι για τον εξαγνισμό  της καρδιάς της… Οι χωριανοί μου – όσοι γίνουν καθολικοί – δεν πολυαγαπάνε την καθολική προπαγάνδα, αλλά ευλαβούνται την δικιά τους αγία, που η πίεσή τους στο Βατικανό επέφερε την αναγνώρισή της… Δίπλα στην εκκλησιά έχουμε ένα μικρό μουσείο. Εκεί μπορεί να βρει κανείς τον χάρτη της ομοσπονδίας που περιγράφει αναλυτικά όλες τις Αυτόχθονες Αμερικάνικες φυλές, τα σύμβολα, τους αριθμούς, τους τόπους απ’ όπου ιστορικά προήλθαν, την ιστορική τους πορεία, τις γλώσσες τους… Γίνανε όλα αυτά κομμάτι του… μουσείου… – Προχώρα τώρα προς τα δω, δεξιά… Ετούτο είναι το Πολιτιστικό μας κέντρο. Από πάνω ο ραδιοφωνικός σταθμός όπου με συναντήσατε… Εκεί κάνω τις εκπομπές… Τώρα στο Τριώδιο και μετά στη Σαρακοστή βάζω πολλή δυτική πνευματική μουσική και λίγο-λίγο ορθόδοξες σπόντες, για να μην προκαλέσω. Αυτόχθονη Αμερικάνικη πνευματική μουσική δεν επιτρέπεται στο σταθμό, είναι μόνο για το «μακρύ σπίτι». Το πολιτιστικό κέντρο επιδοτείται από το κράτος των λευκών. Οι δυνάμεις οι απ’ έξω, «οι πολιτισμένες», θέλουν στα χαρτιά να μας βοηθήσουν, στην πραγματικότητα όμως θέλουν να μας πνίξουν, να μας ξεφτελίσουν, να μας εξουθενώσουν, όχι τόσο εμάς, όσο την ψυχή μας και αυτό που κουβαλάμε. Να μας κάνουν μάσκες για μουσεία, κλόουν στις γιορτές, έρευνα αρχαιολογίας… Δεν μυρίζονται, μα ούτε υποπτεύονται τι… καπνό φουμάρουμε.»

Ξέσπασε στα γέλια. Κόντεψε να μου φύγει το τιμόνι… Συνέχισα με τις υποδείξεις του για αριστερά, δεξιά, ίσια, στρίψε κ.λ.π. Ώσπου σε μια στροφή φάνηκε μπροστά μας ένα μοντέρνο μα πολύ ιδιόρρυθμο κτίσμα…

«Αυτό είναι το σχολείο μας. Δημοτικό και Γυμνάσιο. Το πρόγραμμά του είναι καλό, μ’ αρέσει. Είναι πραγματικά Αυτόχθονο Αμερικάνικο. Εκτός από τα κλασικά της ‘’λευκής’’ παιδείας, έχουμε πολλά μαθήματα άγνωστα μάλλον στους λευκούς. Δεν τα λέμε έθιμα ή κουλτούρα, αλλά αυτόχθονους (Native) τρόπους, Native δρόμους (τα ακούσματα της γης), Native χορούς, Native τραγούδια και κραυγές (σαν αρχαίο δράμα), Native νόμο και άλλα. Η γης γύρω από το σχολείο είναι ιερή. Έχουμε και μια αίθουσα σκοτεινή, όχι για φωτογραφίες, μα… για το φτιάξιμο της… μέσα μας μάσκας.»

– Τώρα πήγαινε ίσια, ανατολικά. Προχώρα αρκετά μέχρις ότου βγεις στην ευθεία. Δύο – τρία χιλιόμετρα…

«Εδώ είναι το Νοσοκομείο μας. Καινούργιο κτίσμα και καινούργια ιδέα για μας. Νομίζω ωφέλιμη. Φτιάχτηκε μόλις το 1985. Μέχρι τότε είχαμε δικούς μας γιατρούς ή  καταφεύγαμε στα νοσοκομεία των λευκών. Όμως… είναι  δύσκολα. Το περισσότερο προσωπικό άμαθοι στα δικά μας, δύσκολα να περιποιηθούν τους γέρους μας. Πρέπει να μπουν στο πετσί μας… Πολλοί προσπαθούν. Φαίνονται άλλωστε αυτοί που αγαπάνε και διακρίνονται από τους κλασικούς επαγγελματίες…»

Ο Βλαδίμηρος Natawe ήταν αρχηγός της φυλής του, ο πνευματικός τους αρχηγός. Ήταν αυτός που διαβάζει τις κηδείες και τους γάμους τους, κάτι σαν ιερέας τους. Το βράδυ κάθονταν σταυροπόδι στο «μακρύ σπίτι» άκουε τα προβλήματα των δικών του, τις διαφορές τους, που τις επέλυε δίνοντας συμβουλές. Έπαιζε ένα ρόλο δικαστή, που ‘ναι μία  από τις πιο ισχυρές τους παραδόσεις. Ήταν ποιητής και μεταφραστής, μαζί και φιλόσοφος. Ήξερε τα προβλήματά τους καλύτερα από κάθε άλλον, ήξερε και τους αυστηρούς νόμους που διέπουν τις φυλές τους. Όποιος αρνηθεί τις πατροπαράδοτες αρχές τους και γίνει χριστιανός, του επιτρέπεται να μένει στο χωριό, αλλά δεν μπορεί να ‘χει κανένα αξίωμα. Φεύγει από το συμβούλιο των σοφών, των γερόντων, «χάνει την μοίρα του» όπως λένε οι ίδιοι, με τον δικό τους τρόπο αποκληρώνεται. Όλα αυτά δεν έχουν και πολλή σημασία ίσως για κάποιον απλό Αυτόχθονα Αμερικάνο, αλλά για τον αρχηγό…

Κανείς μέσα στο χωριό, μέχρι την κοίμησή του, δεν έμαθε πως ο αρχηγός τους ήταν Ορθόδοξος. Και ο Βλαδίμηρος – που γι’ αυτούς ήταν ο Frank – έζησε και δούλεψε μ’ αυτούς, γι’ αυτούς, με το μόνιμο φόβο μήπως το μάθουν. Έπρεπε πάντα να’ ναι μετρημένος, προσεκτικός, ευέλικτος, αλλιώς θα γκρεμιζόταν μέσα τους. Ήταν για χρόνια υπεύθυνος του ραδιοφωνικού σταθμού και δούλευε στο πολιτιστικό τους Κέντρο. Θεωρούνταν αυθεντία στα θέματα παραδόσεων και συγκινούνταν αφάνταστα όταν εύρισκε «τους παραλληλισμούς», όπως έλεγε, με την Ορθόδοξη παράδοση. Μοιράστηκε μαζί μας πολλές από τις εμπειρίες του, επειδή δεν μπορούσε να τις μοιραστεί με τον λαό του. Μεγάλος σταυρός…

Όταν τα σαββατοκύριακα τον έβλεπα να βγαίνει από το ιερό της μικρής Ορθόδοξης εκκλησίτσας του Sign of the Theotokos – που λειτουργούσε στα αγγλικά και τα γαλλικά – ντυμένος παπαδοπαίδι και κρατώντας την λαμπάδα μπροστά σε παπάδες και δεσποτάδες, αναλογιόμουν τι καρδιά κουβάλαγε αυτός ο γερόλυκος Mohawk, που επέμενε να λέγει: «Ο Θεός ξέρει». Και δος του και έκανε στρωτές μετάνοιες, για να του δίνει ο Θεός φώτιση να κατευθύνει τον λαό του μέσα από τις φουρτούνες και τις συμπληγάδες και να τον δυναμώνει να κρατήσει στους ώμους του μέχρι το τέλος το βαρύ φορτίο που του ‘δωσε.

Πέρασαν χρόνια. Κάθε φίλος που μας επισκεφτόταν στο Montreal έπρεπε να κάνει το απαραίτητο ταξίδι – επίσκεψη στο χωριό των Mohawks και να γνωρίσει τον Βλαδίμηρο. Πολλοί κατά καιρούς μου είπαν πως κατέγραψαν τις εμπειρίες τους.

Ένα πρωί παίρνω ένα τηλεφώνημα στο Montreal πως ο Βλαδίμηρος πέθανε έξω από το χωριό του. Το ερώτημα τέθηκε στο μυαλό μου ποιος θα τον θάψει, τι θα γίνει μ’ αυτόν; Είχε όμως αφήσει ρητή γραπτή εντολή να γίνουν όλες οι τελετές κατά το τυπικό των Mohawk στο «μακρύ σπίτι» και να τον διαβάσει κάποιος Ορθόδοξος παπάς. Βέβαια οι Mohawks δεν ήξεραν τι εννοεί με το «Ορθόδοξος παπάς», αλλά είχε αφήσει και κάποια τηλέφωνα.

Πράγματι τηλεφώνησαν και ένας Ορθόδοξος παπάς πήγε και του διάβασε την νεκρώσιμη ακολουθία πριν το πάνε στο «μακρύ σπίτι».

Δεν είχα δυστυχώς την ευκαιρία να παρακολουθήσω την τελετή που έγινε στο «μακρύ σπίτι», αλλά μου την μετέφερε κάποιος κοινός μας φίλος που παραβρέθηκε.

Δύο μέρες μετά την κηδεία, ο ίδιος ο φίλος μου, ο Μάικλ, μου έφερε τις ειδήσεις και ένα πακέτο. Μου ‘πε πως παρακολούθησε όλη την τελετή. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Όταν πάνε στο «μακρύ σπίτι», οι Mohawks βάζουν τις φορεσιές τους ανάλογα με την θέση που έχουν στο χωριό. Η ιεροτελεστία, που γίνεται βέβαια στις γλώσσες τους, είχε μια περίεργη δομή, σαν παλιό βυζαντινό τυπικό. Στο τέλος διαβάστηκε η διαθήκη του αρχηγού της φυλής μπροστά σ’ όλο τον κόσμο. Στην διαθήκη του ανέφερε που δίνει κάθε πράγμα. Ο Βλαδίμηρος ήταν 75 ετών του πολύ∙ είχε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Σ’ όλα τα μέλη της οικογένειας άφησε και κάτι. Κάποτε ο Mohawk που διάβαζε τη διαθήκη δυσκολεύτηκε να διαβάσει ένα όνομα – μη Mohawk – και αφού στραβομουτσούνιασε, φόρεσε τα γυαλιά του και πρόφερε σχεδόν στραβά το όνομα «Γιάννης Χατζηνικολάου». Ο φίλος μου ο Μάικλ σήκωσε το χέρι του και του έδωσαν το πακέτο που μου έφερε.

Όταν το άνοιξα, είδα τι ήταν: ένα μικρό βιβλίο, Η Θεία Λειτουργία, στα ελληνικά και τα αγγλικά, που του ‘χα χαρίσει πριν πολλά χρόνια. Στην πρώτη σελίδα έλεγε: «To Yianni», δηλαδή «στον Γιάννη», και από  κάτω στα ελληνικά: «Καλή αντάμωση – Vladimir Natawe». Θεώρησα πως ήταν πολύ καλή χειρονομία εκ μέρους του, μάλιστα το είχε προγράψει πριν φύγει, ίσως προέβλεπε ότι θα πεθάνει. Είχε γράψει στα ελληνικά «καλή αντάμωση». Βέβαια η έκπληξη δεν έμεινε εκεί, αλλά συνεχίστηκε. Όταν φυλλομέτρησα το βιβλίο, έμεινα πράγματι με το στόμα ανοιχτό. Είχε μεταφράσει πάνω από το αγγλικό κείμενο την λειτουργία στην γλώσσα των Mohawk.

Βέβαια εγώ δεν διαβάζω Mohawk, αλλά την κρατάω σαν κειμήλιο, αυτήν την λειτουργία του Βλαδίμηρου στα Mohawk, που είναι ακριβώς η μετάφραση της λειτουργίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αν μ’ αξιώσει ο Θεός ίσως κάποτε να την εκδώσω.

Είναι κάτι τέτοιες σύγχρονες ιστορίες που μοιάζουν σαν παραμύθι, επειδή ψεύτικη είναι κι η ζωή μας. Κι όμως είναι γεμάτες φως ανέσπερο, σύγχρονες μαρτυρίες μιας ευλογημένης «σαλότητας» που ζυμώνει το φύραμα όλο από το ερημοκκλήσι του αιγαιοπελαγίτικου βράχου μέχρι τους Αυτόχθονες καταυλισμούς του Καναδά. Καλή αντάμωση, Βλαδίμηρε… Καραμάζωφ…

Από: Δρ. Ιωάννη Χατζηνικολάου, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο McGill του Montreal, Καναδάς, “Το πέρασμα ενός Αυτόχθονου Αμερικανού Mohawk”, στο: περιοδικό Σύναξις

Πηγή:


NATIVE AMERICANS MET ORTHODOXY

ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΑΥΤΟΧΘΟΝΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Η μεταστροφή ενός Ελβετού από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

«Ἕνας Ἑλβετός, κάνοντας πορεία στόν Ἄθωνα, βρέθηκε μπροστά σέ μιά καλύβη, πού δέν διέφερε καί πολύ ἀπό ταυροκάλυβο. (Ταυροκάλυβο στό Ὄρος ὀνομάζουν τό χῶρο στόν ὁποῖο σταυλίζουν τά ἀρσενικά βόδια.) Κτύπησε δειλά-δειλά τήν πόρτα. Μιά ἰσχνή φωνή τόν κράζει νά περάση μέσα. Ὁ Γέροντας, καθισμένος στό ξυλοκρέββατο, γύριζε στά δάκτυλά του τό κομποσχοίνι. Ὁ ξένος περιέφερε τά μάτια του στό ξεροκάλυβο καί στό τέλος περιεργάσθηκε τό Γέροντα μέσα στά τρίχινα ἐνδύματά του. Οἱ κουβέντες λεῖπαν ἀπ’ τή γλῶσσα, ἀλλά τά πάντα ἦταν ἐκφραστικά. Ὁ Γέροντας ζῆ τή φτώχεια καί τήν περιφρόνησι. Δέν παίζει μέ τά θεῖα πράγματα, νά κάνη τό σπουδαῖο, γι’ αὐτό παραμένει ἄγνωστος. Ὁ ξένος ἔβγαλε ἀπ’ τό πορτοφόλι του πενῆντα δολλάρια νά δώση στό Γέροντα.

—Ὄχι, δέν θά τά πάρω. Μπροστά ἀπό πολλές μέρες κάποιος μοῦ ἔδωσε εἴκοσι δολλάρια. Αὐτά γιά μένα εἶναι ἀρκετά γιά πολύ καιρό.

Ἦλθε ὁ χειμῶνας καί ὁ ξένος θυμήθηκε τήν καλύβα τοῦ ἀσκητοῦ. Τοῦ ἀπέστειλε ταχυδρομικά ἑκατό δολλάρια γιά τή θέρμανσί του καί τό προσφάγι του. Ὁ Γέροντας σάν τά ’λαβε τά γύρισε πίσω, γιατί ἄλλος τόν πρόλαβε. Ὁ ξένος πάλι τοῦ τά ἔστειλε νά τά δώση σέ πτωχούς ἀδελφούς. Ὁ Γέροντας πάλι τοῦ τά ἐπέστρεψε μέ τήν παράκλησι:

—Ἐσύ δῶσε τα. Μέ τό δικό σου κόπο δέν πρέπει ἐγώ νά φανῶ ἐλεήμων.

Τό καλοκαίρι ὁ Ἑλβετός βαπτίσθηκε Ὀρθόδοξος, ἀφοῦ κατηχήθηκε ἀπ’ τό Γέροντα πώς “μακάριος εἶναι αὐτός πού δίνει καί ὄχι αὐτός πού παίρνει” καί “μή δέχεσαι, ὅταν ἔχης, μήτε ὀβολόν”».

Από το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Θεός Ἐφανερώθη – Ἀπό τόν Ἀθεϊσμό στό Χριστό, ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (2108220542), Ἀθήνα 2011

Πηγή:


EDELWEISS OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑ, ΑΥΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ


<>

Ο Αμερικανός Ταξίαρχος και η θαυμαστή μεταστροφή του στην Ορθοδοξία

Ένας αμερικανός ταξίαρχος όπου εστάλη σε αποστολή στην Μολδαβία, αγάπησε τον μολδαβικό τρόπο ζωής και αποφάσισε να βαπτιστεί ορθόδοξος. Ο Norvel Coots,επικεφαλής του Ιατρικού Αρχηγείου του ΝΑΤΟ έχει τον βαθμό του Ταξίαρχου.Φτάνοντας στο Κίσιβο εντυπωσιάστηκε από τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες ζούσαν χιλιάδες παιδιά.Το 2000 έθεσε τις βάσεις ενός προγράμματος για την βοήθεια τους,πρόγραμμα το οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα.

«Είδα τα ορφανοτροφεία που λειτουργούσαν κατά το σοβιετικό σύστημα,μεγάλα ορφανοτροφεία χωρίς ρεύμα και νερό,ουσιαστικά μόνο ένα μέρος για μείνει κάποιος το βράδυ.Αν και τα παιδιά είχαν φαγητό και λάμβαναν κάποια μόρφωση,είχαν ανάγκη από φροντίδα,στοργή και άλλα βασικά πράγματα που θα εξασφάλιζαν καλύτερες συνθήκες ζωής
Η προσπάθεια μας ξεκίνησε το 2000,είπε ο ίδιος σε μία συνέντευξη στην România Liberă.

Ο ταξίαρχος Coots υποστηρίζεται από την Ορθόδοξη εκκλησία της Μολδαβίας και τον αρχιεπίσκοπο Βλαδίμηρο του Κισίβου.Ο Αμερικανός υποστηρίζει πως οι δωρεές ελήφθησαν μέσω της ορθόδοξης εκκλησίας αλλά συνέβαλε και ο ίδιος προσωπικά.

Οι εμπειρίες που έζησε εκεί στις όχθες του ποταμού Προύθου,έκαναν τον ταξίαρχο να αλλάξει ζωή.Βαπτίστηκε Ορθόδοξος και υποστηρίζει πως άκουσε την ίδια την Παναγία να του λέει να βοηθήσει τα παιδιά της Μολδαβίας

«Έγινα ορθόδοξος.Τα παιδιά μου πήραν μολδαβικά ονόματα,Μαξιμιλιανός και Καταλίνα. Την δεύτερη φορά που πήγα στην Μολδαβία για να ολοκληρώσω το πρόγραμμα,επισκέφτηκα ένα παλιό μοναστήρι στο Ορχέι. Τότε μου μίλησε η Παναγία και μου είπε να βοηθήσω εκείνα τα παιδιά.Ήδη αισθάνομαι Μολδαβός και μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Βλαδίμηρο θέλουμε να αναπτύξουμε και άλλα προγράμματα.

Πηγή:



ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - NEW AGENCY

<*>

Η Οσία Αγγελίνα του Τβορόζκωφ της Ρωσίας (+17 Μαρτίου 1880) και η μεταστροφή του συζύγου της από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

Μία ἄλλη δοκιμασία για τήν Ἀλεξάνδρα [μετέπειτα Ὁσία Ἡγουμένη Ἀγγελίνα, Ἱδρύτρια τῆς Γυναικείας Μονῆς τῆς Ἁγ. Τριάδος, Τβορόζκωφ (+17/3/1880)] ἦταν ἡ ἀπροθυμία τοῦ συζύγου της Κάρλ Ἀντρέγεβιτς Φόν Ρόουζ νά ἀσπασθῆ τήν Ὀρθοδοξία.

Ὅλες οἱ προσπάθειες πού ἔκανε γιά νά τόν πείση, εἶχαν σάν ἀποτέλεσμα τόν ἐκνευρισμό του. Δυνάμωσε τίς προσευχές της, ἄρχισε νά νηστεύη περισσότερο καί τελικά ἀποφάσισε νά ἐγκαταλείψη τό σύζυγό της. Ὅλοι ἐκεῖνοι, ὅμως, στούς ὁποίους προσέφυγε γιά νά ζητήση πνευματική βοήθεια, ἀντιτάχθηκαν ὁμόφωνα στήν ἀπόφασί της.

Ἐμπιστευτεῖτε κι οἱ δύο τόν ἑαυτό σας κι ὅλη τή ζωή σας στό Χριστό, τό Θεό μας, καί νά εἶσθε σίγουροι πώς Εκεῖνος θά τά διευθετήση ὅλα γιά τό καλό σας, τῆς εἶπαν. Χωρίς νά ἐγκαταλείψη τούς ἀγῶνες της στήν προσευχή καί τή νηστεία, ἡ Ἀλεξάνδρα ἀφοσιώθηκε στά ἔργα ἐλέους κι εὐποιΐας.

Τελικά οἱ προσευχές κι ἡ ὑποδειγματική Χριστιανική ζωή της καρποφόρησαν. Χωρίς καμμία ἄλλη πίεσι ἀπ᾽ τήν πλευρά της, ὁ σύζυγός της ἐξέφρασε τήν ἐπιθυμία του νά γίνη δεκτός στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Στό βάπτισμα ἔλαβε τό ὄνομα Νικόλαος, πρός τιμήν τοῦ μεγάλου Ἁγιου, τόν ὀποῖο τιμοῦσε ἀπό τότε πού ἦταν ἀκόμα Λουθηρανός. Ἡ Ἀλεξάνδρα ἦταν εὐτυχισμένη.

Ἦταν φανερό πώς ὁ προσυλητισμός τοῦ συζύγου της προῆλθε ἀπό μία γνήσια μεταστροφή. Ἄρχισαν ἀπό τότε νά προσεύχονται καί νά κάνουν τά ἔργα τοῦ ἐλέους μαζί. Μιλώντας γιά τό μέλλον τους ὁ Νικόλαος εἶπε κάποτε στήν Ἀλεξάνδρα: “Ἄν πεθάνης πρίν ἀπό μένα, θά κτίσω ἕνα ἀντρικό μοναστήρι. Ἄν πεθάνω ἐγώ πρίν ἀπό σένα, τότε θά κτίσης ἐσύ ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι. Μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο θά βοηθᾶμε πάντα ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέ τίς προσευχές μας καί δέν θά χωρισθοῦμε ποτέ”.

Πηγή:


FAITHBOOK - ORTHODOXY

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Άγιο Όρος, 2018: Ο Αφρικανός βασιλιάς Tchiffi Zae Jean Gervais της Ακτής Ελεφαντοστού βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός στο Άγιο Όρος 

Συγκινητικές στιγμές και πνευματική ανάταση για όλους όσοι παραβρέθηκαν τις προηγούμενες ημέρες στο Άγιο Όρος, καθώς στο «Περιβόλι της Παναγιάς», έλαβε χώρα μια ιδιαίτερη βάπτιση!

Ένας από τους Αφρικανούς βασιλιάδες από την Ακτή του Ελεφαντοστού (φυλετικός βασιλιάς Tchiffi Zae Jean Gervais από τους οπλαρχηγούς Krou στην Ακτή του Ελεφαντοστού) εντάχθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία με το όνομα David στις 7 Ιουνίου.

Ο βασιλιάς βαφτίστηκε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους από τον ιερομόναχο Διονύσιο.

Ο βασιλιάς Tchiffi Zie Jean Gervais υπηρετεί ως Γενικός Γραμματέας του Φόρουμ των Βασιλέων, των Πριγκίπων και των Παραδοσιακών ηγετών της Αφρικής, που ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Βεγγάζη της Λιβύης και έχει την έδρα του στη Σίρτη της Λιβύης.
Είναι επίσης επικεφαλής των Ηνωμένων Βασιλείων της Αφρικής, μιας «μη πολιτικής πλατφόρμας κοινωνικής ανάπτυξης που υποστηρίζει την Προεδρία και την Εθνική Κυβέρνηση, τους θεσμούς και τους λαούς για να υποστηρίξουν τα Εθνικά Σχέδια Ανάπτυξης».

Πηγή:



Ι. ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ

<*>

Ο Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ της Ρουμανίας (+1998) διηγείται ένα θαύμα με την Θεία Κοινωνία περί νέου ημερολογίου και σχισματικών παλαιοημερολογιτών

Όταν ο δόκιμος μοναχός Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα π. Κλεόπας, υπηρετούσε ως δεύτερος διακονητής στην εκκλησία της Μονής, ήταν αυτόπτης μάρτυρας μερικών θαυμάτων που συνέβησαν την ώρα της Θείας Λειτουργίας, στην εκκλησία της Σκήτης Συχαστρία. Ιδού τι μας διηγήθηκε:

Να βλέπατε τι έπαθα μ’ έναν ενάρετο Ιερέα, τον π. Καλλίστρατο Μπόμπου. Ως πνευματικός πέρασε κάποτε από μία μοναχή, ασκήτρια σε σπηλιά του δάσους.

Τότε στα δάση ασκήτευαν περί τους 550 μοναχούς και μοναχές. Αυτή η μοναχή είπε στον π. Καλλίστρατο: «Σε σας δεν κατέρχεται το Άγιο Πνεύμα, διότι ακολουθήσατε το νέο ημερολόγιο»! Από τότε ο πατήρ Καλλίστρατος ζούσε με πολλή αμφιβολία.

Κάποτε ο πατήρ Καλλίστρατος τελούσε τη Θεία Λειτουργία και, όταν επικαλέσθηκε το Άγιο Πνεύμα να κατέλθει, με έκπληξή του είδε ότι ο Αμνός έγινε κρέας και έτρεχε το Άγιο Αίμα από το Δισκάριο και το Αντιμήνσιο. Όταν παρετήρησε μέσα στο Άγιο Ποτήριο, είδε ανθρώπινο Αίμα. Τότε με κάλεσε και μου είπε:

–Αδελφέ Κωνσταντίνε, έλα εδώ κοντά! Τι βλέπεις;

–Πω, πω, πάτερ Καλλίστρατε! Η Θεία Κοινωνία έγινε κρέας και αίμα!

Τότε έστειλα να ειδοποιήσουν γρήγορα τον Ηγούμενο. Όταν ήρθε ο στάρετς, έβαλε μοναχούς να διαβάζουν το Ψαλτήριο στον χορό και είπε:

–Έε, πάτερ Καλλίστρατε! πιστεύεις τώρα ότι έρχεται το Άγιο Πνεύμα και μεταβάλλει τα Δώρα ή όχι;

–Συγχώρησέ με, πάτερ! Κι έπεσε στα γόνατά του κλαίγοντας.

–Πρόσεχε! Κατήλθε το Άγιο Πνεύμα. Μετεβλήθη το Σώμα του Χριστού σε κρέας!
Μετεβλήθη το νερό και κρασί σε Τίμιο Αίμα Του! Γιατί πλέον αμφιβάλλεις, πάτερ;

–Πιστεύω, Γέροντα. Σε παρακαλώ συγχώρησέ με!

–Πιάσε σφιχτά τα Τίμια Δώρα!

Κατόπιν μ’ ένα σκαρπέλο άνοιξε μια οπή στη βάση της Αγίας Τράπεζας, διότι συμβολίζει τον Τάφο του Κυρίου μας και έθαψε εκεί τα Άγια Μυστήρια, όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες μας. Το Άγιο Ποτήρι το αγίασε εκ νέου και το έπλυνε μαζί με το Αντιμήνσιο στο χωνευτήρι. Στάθηκα εκεί μέχρι να τελειώσει όλο το ψαλτήρι. Κατόπιν άρχισα πάλι τη Θεία Λειτουργία, συνεχίζοντας από την Προσκομιδή: «Εις των στρατιωτών λόγχη την πλευράν αυτού ένυξε…». Έτσι τελέσθηκε η Θεία Λειτουργία και δεν επαναλήφθηκε πάλι αυτό το θαύμα.

Τώρα πιστεύεις; τον ρώτησε πάλι ο στάρετς. Πιστεύω, πάτερ! Μετά ο πατήρ Ιωαννίκιος τον επετίμησε με αποχή από τη Θεία Λειτουργία 40 ημέρες, λέγοντάς του:

–Σου έλεγα να πιστεύεις ακράδαντα, αλλά εσύ πήγαινες στις ερημίτισσες του δάσους να διδαχθείς γιά το ημερολόγιο!

Από το βιβλίο: “Γεροντικό Ρουμάνων Πατέρων” των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη

Πηγή:

https://schismaticsreturntochurch.wordpress.com

SCHISMATICS RETURN TO CHURCH

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

<>

Η μεταστροφή ενός φοιτητή 
προς το Μοναχισμό

Διηγεῖται ὁ Ἀθανάσιος Μαρέλας ἀπ᾽ τήν Ἀλεξανδρούπολη:

«Θυμᾶμαι τήν προτροπή πού ἀπηύθυνε ἕνας ἁγιασμένος Γέροντας, ἡγουμενος μεγάλου μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγ. Ὄρους, σ᾽ ἕνα φοιτητή σέ ὁμιλία, πού ἔγινε σέ ἀμφιθέατρο τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τή δεκαετία τοῦ 1970. Ἦταν λίγο μετά τήν πτῶσι τῆς χούντας, τήν περίοδο τῆς μεταπολιτεύσεως, μίας ἐποχῆς ἔντονα πολιτικοποιημένης καί κομματικοποιημένης.

Ὁ Γέροντας εἶχε ἐκφωνήσει μία πνευματική ὁμιλία ἐκ καρδίας, πού εἶχε καθηλώσει τούς παρευρισκομένους. Μόλις τελείωσε, ἀπόλυτη σιωπή ἐπικρατοῦσε στό πολυπληθές ἀκροατήριο (πού στήν πλειονότητα ἀποτελοῦνταν ἀπό φοιτητές). Ὁ λόγος του δέν ἦταν ὁ ξύλινος πολιτικός, ἰδεολογικός, τόν ὁποῖο ἦταν συνηθισμένοι ν᾽ ἀκοῦν. Ἦταν ἐντελῶς διαφορετικός, βιωματικός, ἀληθινός, πνευματικός καί ἐκ καρδίας. Μία κατάθεσι ψυχῆς.

Σέ λίγο ξεκίνησαν οἱ ἐρωτήσεις, ὁπότε ἕνας φοιτητής ἔκανε τήν ἑξῆς ἐρώτησι: “Γέροντα, παίζετε ποδόσφαιρο στό Ἅγ. Ὄρος;”.

Ἀμέσως ἐπικράτησε μεγάλη ἀναστάτωσι στό ἀκροατήριο. Οἱ φωνασκιές, τά χαχανητά καί τά συνθήματα πού ἀκολούθησαν ἦταν ἕνας τρόπος ἐκτονώσεως τῶν ἔντονα πολιτικοποιημένων φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι μετά τό τέλος τῆς ὁμιλίας εἶχαν περιέλθει σέ μεγάλη ἀμηχανία καί δέν ἤξεραν πῶς νά ἀντιδράσουν.

Ὁ Γέροντας παρέμεινε ἀτάραχος, γεμάτος ἠρεμία. Πῆρε τό ποτήρι μέ νερό, πού εἶχε μπροστά του, κι ἀφοῦ ἔκανε τό σταυρό του καί ἤπιε,  τούς ἔκανε νόημα νά ἡσυχάσουν. Ἡ ἀπάντησί του ἦταν:  “Ἐλθέ καί ἰδέ”, δηλαδή “Ἔλα νά δῆς”. Αὐτή ἡ ἀπάντησι τούς ἐξέπληξε ὅλους. Ἄν εἶναι σωστές οἱ πληροφορίες πού ἔχω, ὁ ἐρωτών πῆγε νά δῆ, καί σήμερα εἶναι μοναχός στό Ἅγ. Ὄρος!»

<>

Η μεταστροφή της 
Αμερικανίδας μεταφράστριας 
Esther E. Cunningham Williams από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

Γεννήθηκα στό Chigago τό 1914. Σπούδασα Γεωλογία στήν Pennsylvania καί κατόπιν στό Πανεπιστήμιο Columbia τῆς Ν. Ὑόρκης ἀπό ὅπου πῆρα μάστερ στά μαθηματικά. Οἱ θρησκευτικές μου ρίζες πᾶνε, βεβαίως, πολλά χρόνια πίσω, πρίν ἀκόμη γεννηθῶ. Στό οἰκογενειακό μου δένδρο ὑπῆρχαν βαθιές Χριστιανικές ρίζες στούς Βρεταννο-Αμερικανούς προγόνους μου, πού ἦσαν Πρεσβυτεριανοί ἀπ᾽ τή μία μεριά, ἀλλά καί στούς Νορβηγούς προγόνους μου πού ἦσαν Λουθηρανοί. Μάλιστα ὁ παππούς καί ὁ προπάππος μου ἦσαν ἱερεῖς.

Ἡ συνεισφορά τῶν γονιῶν μου στό κρυμμένο τελικό μου προσανατολισμό πρός τήν Ὀρθοδοξία ἦταν ἡ εὐπρέπεια, ἡ εὐγένεια καί τό ἀγαθό τους ἐνδιαφέρον πού πήραμε ὡς παράδειγμα, ἀλλά καί ὁ κόσμος τῆς μουσικῆς καί τῆς τέχνης μέ τό ὁποῖο μᾶς ἔφεραν σέ ἐπαφή.

Ὅμως, ὑπῆρχε μία καθοριστική θλίψι ἑνός κενοῦ στό κέντρο τῆς ψυχῆς μου, ἕως ὅτου μέ ἀπορρόφησαν οἱ σπουδές. Ἡ μουσική ἦταν ἡ μεγάλη μου ἀγάπη. Αἰσθανόμουν ὅτι εἶχε μία βαθύτατη μυστηριώδη ἔκτασι μέσα μου.

Ἤμουν περίπου εἰκοσιπέντε χρόνων ὅταν ὁ Θεός ἔγινε μία πραγματικότητα καί ἀποτέλεσε κεντρικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς μου. Αὐτό ἔγινε κατά τή διάρκεια ἑνός γάμου κοντά στή Φιλαδέλφεια, στήν ἐκκλησία τῶν Κουακέρων. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι λάτρευαν τό Θεό μέ ἀποφατικό τρόπο, δηλαδή μέ σιωπή, βυθίζοντας τό νοῦ τους μέσα στή καρδιά τους, ὅπου ὁ Θεός ἐν τῇ ἀγάπη Του μπορεῖ νά γίνη αἰσθητός καί εἶναι δυνατόν νά ἐπικοινωνήση κανείς μαζί Του. Δέν ἀναφέρονταν στή Θεολογία, παρά ταύτα ἐνθάρρυναν τή μελέτη τῶν βίων τῶν Ἁγίων καί συζητοῦσαν γι᾽ αὐτούς. Μπῆκα σ᾽ αὐτή τήν ἐκκλησία καί δίδαξα στό κατηχητικό σχολεῖο ἐκεῖ ὅπου ἔδωσα μία σειρά μαθημάτων μέ θέμα: Πῶς μποροῦμε νά βροῦμε τό Θεό ἀπ᾽ τά θαυμάσια τῆς φύσεως, διότι ὑπάρχουν παντοῦ τά σημάδια τῆς παρουσίας Του. Οἱ σπουδές μου μοῦ εἶχαν δώσει ἄφθονο ὑλικό.

Κάποια στιγμή ἡ διδασκαλική μου καριέρα μέ ὁδήγησε στή Φινλανδία, ὅπου ἐγκαταστάθηκα καί τελικῶς ἔγινα πολίτης τῆς χώρας αὐτῆς. Δίδασκα σέ κάποιο διεθνές κολλέγιο ὅπου ἡ σιωπηλή λατρευτική ζωή ἦταν μέρος τοῦ προγράμματος. Τό καλοκαιρινό σενάριο τοῦ 1961 ἦρθε νά τό παρακολουθήση μία κυρία πού τήν συνάντησα μετά στό ἑστιατόριο, νά στέκεται μέ πολύ σεβασμό μπροστά στό φαγητό της καί νά κάνη ἕνα σημεῖο μπροστά στό στῆθος της πρίν καθήση νά φάη.

Ρώτησα τή διευθύντρια τοῦ κολλεγίου τί ἦταν αὐτό πού ἔκανε ἡ κοπέλλα. Αὐτή σιγανά μοῦ ἀπάντησε:

“Ἔκανε τό σταυρό της. Εἶναι Ὀρθόδοξη”.

Μοῦ κεντήθηκε τότε τό ἐνδιαφέρον καί παρακάλεσα τήν Ὀρθόδοξη κυρία νά πᾶμε μία μέρα στήν ἐκκλησία της στό Ἐλσίνκι. Ἔτσι πῆγα σέ μία ἀγρυπνία, ἕνα Σάββατο βράδυ καί διαπίστωσα πώς ὄχι μόνο δέν ἦταν τίποτε λάθος, ἀλλά ὅτι ὑπῆρχε μία θαυμάσια ζωή καί εὐρύτητα στούς στόχους ἀλλά καί ἀπέραντη ὀμορφιά. Καί τότε ἔνιωσα πώς αὐτό ζητοῦσε ἡ ψυχή μου. Τότε εἶπα:

“Αὐτό εἶναι γιά μένα”.

Καί ρώτησα:

“Τί μπορῶ νά διαβάσω γιά νά μάθω τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία καί τί πρεσβεύει;”.

Μοῦ ὑπέδειξαν ν᾽ ἀρχίσω μέ τό βιβλίο τοῦ Βλαδιμίρ Λόσκυ “Μυστική Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας”. Αὐτό τό βιβλίο ἦταν ἀρκέτο νά μέ φωτίση. Ἔτσι μπῆκα στή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, συμμετεῖχα στή χορωδία ψάλλοντας στά ρωσικά ἀλλά καί στά φινλανδικά. Τά περισσότερα βιβλία πού διάβαζα ἦταν στίς δύο αὐτές γλῶσσες κι ἔτσι ἄρχισα ἀπό τότε νά μεταφράζω γιά δικό μου ὄφελος ἀλλά καί γιά ἄλλους ἀγγλόφωνους. Εἶχα διδαχθῆ τήν ἐλληνική γλῶσσα στό σχολεῖο κι ἔτσι ὅταν ἡ πηγή τῶν μελετῶν μου, πού ἦταν τά ρωσικά βιβλία, ἄρχισε νά λιγοστεύη, ἄκουσα γιά πολύ καλές ἐκδόσεις στά ἐλληνικά.

Ἦρθα τότε στήν Ἑλλάδα τό 1965, μέ τή νεοφώτιστη φίλη μου Ρόσσλυν Νίκολας καί διαλέξαμε μερικά βιβλία. Ἡ Ρόσσλυν πού εἶναι καί βαπτιστική μου, γεννήθηκε στή Νότια Οὐαλία στή Μ. Βρεταννία, ἔχει μάστερ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Λονδίνου στή Βιβλιοθηκονομία καί εἶναι καί δασκάλα. Δίδασκε καί αὐτή στή Φινλανδία ὅταν συναντηθήκαμε καί βαπτίσθηκε Ὀρθόδοξη ἐκεῖ, τό 1965. Ἔχει ἐπισκεφθῆ δεκατέσσερεις χῶρες σταλμένη ἀπ᾽ τό Βρεταννικό Συμβούλιο γιά νά διδάξη πῶς ὀργανώνεται μία βιβλιοθήκη. Ἔτσι ἀρχίσαμε σχεδόν κάθε καλοκαίρι νά ἐρχόμασθε στήν Ἑλλάδα. Περίπου το 1992 διάλεξα ἕνα βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη τότε Ἱεροθέου Βλάχου. Τό μετέφρασα χωρίς νά τό ξέρη, τόν ἑπόμενο χρόνο τοῦ τό πρόσφερα κάνοντάς τον νά ἐκπλαγῆ, κι ἐκεῖνος μέ πολλή χαρά τό ἐξέδωσε.

Αὐτή ἦταν ἡ ἀρχή τῆς νέας μου ζωῆς στήν ἐλληνική Ὀρθόδοξη οἰκογένεια, πού δείχνει νά αὐξάνη συνεχῶς. Ἡ Ρόσσλυν κι ἐγώ σᾶς εὐγνωμονοῦμε πού μᾶς δεχθήκατε.

Esther E. Cunningham Williams

Πηγή:


ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ – TRUTH TARGET

<>

Ρωσία, 1965: Ο Άγιος Νικόλαος ο Θαυματουργός εμφανίζεται σε λεωφορείο & μιλάει με έναν άθεο

Ρωσία, 1965. «“Μιά μέρα τοῦ Φεβρουαρίου 1965, ἕνα λεωφορεῖο γεμᾶτο ἀπό ἐπιβάτες ταξίδευε ἀπό τήν πόλι μας σέ μιά ἄλλη κοντινή πόλι. Δίπλα στόν ὁδηγό καθόταν ἕνας γέροντας, μεγαλόσωμος καί εὔρωστος, περίπου 75 ἐτῶν, μέ γενειάδα ἄσπρη. Φοροῦσε ἕνα παλτό βαρύ μέ γιακά γούνινο καί σκοῦφο μέ πτερύγια πού κάλυπταν τά αὐτιά του.

Τό λεωφορεῖο πήγαινε σιγά-σιγά, γιατί χιόνιζε συνεχῶς. Ὅταν ἔφθασε σέ μιά στροφή, οἱ ἁλυσίδες τίς ὁποῖες εἶχε στίς πίσω ρόδες ἔσπασαν. Ἐπακολούθησε φρενάρισμα ἀπότομο καί τό λεωφορεῖο ἔπεσε πάνω σέ ἕνα ἄλλο λεωφορεῖο, πού βρέθηκε ἐκείνη τή στιγμή ἐκεῖ. Κί ὅλα αὐτά μέσα σέ λίγα λεπτά! Ὁ ὁδηγός ἔχασε τόν ἔλεγχο τοῦ ὀχήματος καί ὅλοι φοβήθηκαν τρομερά. Τότε ὁ γέροντας, πού καθόταν δίπλα στόν ὁδηγό, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί εἶπε μέ δυνατή φωνή: “Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι. Ἄς εἶναι εὐλογημένο τό ὄνομά σου, Παναγία, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἔσωσες τήν ὥρα αὐτή!”.

Λίγα λεπτά ἀργότερα, τό ἄλλο λεωφορεῖο ἔφυγε, ἐνῶ ὁ δικός μας ὁδηγός καί ὁ βοηθός του κατέβηκαν γιά νά τοποθετήσουν πάλι τίς ἁλυσίδες. Τότε ἕνας νεαρός ἐπιβάτης, χαμογελώντας, ἀπευθύνθηκε στό γέροντα καί τοῦ εἶπε:

—Συγγνώμη, γέροντά μου, ἀλλά δέν μπόρεσα νά συγκρατήσω τά γέλια μου, ὅταν σᾶς ἄκουσα νά ἐπικαλῆσθε σέ βοήθειά μας ἀνύπαρκτες οὐράνιες δυνάμεις, κι ὅταν σᾶς εἶδα νά κάνετε τόν σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Συνήθεια, θά μοῦ πῆτε! Δεύτερη φύσι! Ὡστόσο, βλέπω ὅτι εἶσθε ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος. Ἀλλά τώρα, στό ἔτος 1965, αὐτό εἶναι παράλογο.

Ὁ γέροντας, χωρίς νά ταραχθῆ καθόλου ἀπό αὐτά τά ὁποῖα ἄκουσε, ἀπάντησε:

—Μέ εὐχαρίστησι θά σοῦ ἀπαντήσω, νεαρέ σύντροφε, καί εἶμαι ἕτοιμος, ἐάν τό ἐπιθυμῆς, νά κάνω καί αὐτοκριτική… Ἄκουσέ με. Εἴμασθε ὅλοι ὡς ἕνα βαθμό ὑποκριτές. Ἰσχυριζόμασθε ὅλοι ὅτι εἴμασθε ἄθεοι, ἀφωσιωμένα μέλη τοῦ Κόμματος, βαθεῖς γνῶστες τοῦ μαρξισμοῦ καί πολλά ἄλλα, ἀλλά ἔρχεται μιά στιγμή, κατά τήν ὁποία ὁ αὐθεντικός ἄνθρωπος, πού κρυβόταν τόσο καιρό μέσα μας, ἀποκαλύπτεται. Αὐτό ἀκριβῶς συνέβη καί τώρα. Ἀπό τή θέσι πού βρίσκεσαι μέσα στό λεωφορεῖο δέν μποροῦσες νά δῆς τί γινόταν πίσω σου, ἐγώ, ὅμως, πού κάθομαι σέ τέτοια θέσι πού νά τούς βλέπω ὅλους, μπόρεσα νά δῶ τουλάχιστον 8-10 ἄτομα πού ἔκαναν τό σταυρό τους τήν ὥρα κατά τήν ὁποία κινδυνεύαμε. Ὑπάρχουν μερικά πράγματα τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά τά κόψη κανείς ἀπό τή ρίζα, διότι θά ἦταν σάν νά τραβοῦσε βίαια τά σπλάγχνα του. Ἔτσι συμβαίνει νά πέφτουμε συνεχῶς στό ἑξῆς λάθος: Ἐνῶ ἐσωτερικῶς δεχόμασθε ὅτι ὑπάρχει θεία δύναμι, εὐεργετική καί παντοδύναμη, κάνουμε, ὡστόσο, πώς δέν τήν ἐννοοῦμε.

—Μέ μένα δέν συμβαίνει τίποτε τέτοιο, εἶπε ὁ νεαρός.

Ὁ γέροντας μειδίασε καί συνέχισε:

—Ἐπίτρεψέ μου νά σοῦ ἀποδείξω, ἀγαπητέ μου, ὅτι πλανᾶσαι. Εἶπες πρό ὁλίγου ὅτι κάθε θρησκευτική ἐκδήλωσι εἶναι ἕνας παραλογισμός στό ἔτος 1965. Τί ἦταν ἐκεῖνο πού σέ ἔκανε νά πῆς ὅτι πέρασαν 1965 χρόνια ἀπό τότε πού ὁ Ἰησοῦς Χριστός γεννήθηκε, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου;

Ὁ νέος, μέ προφανῆ ἀμηχανία, ἀπήντησε ὅτι:

—Αὐτό ὀφείλεται στήν ἐνθύμησι ἑνός κακοῦ παρελθόντος, πού τώρα ἔχει ξεπερασθῆ καί πού πρέπει ὁριστικά νά τό σβήσουμε. Ἀλλά ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο μιλᾶτε βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι θέλετε νά μᾶς πῆτε νά πιστέψουμε στά θαύματα.

Καί ὁ γέροντας, ἀφοῦ σιώπησε λιγάκι, τοῦ εἶπε:

—Ναί, φίλε μου, ὑπάρχουν τά θαύματα τοῦ Θεοῦ, στά ὁποῖα καί ἐσύ ὁ ἴδιος θά εἶσαι ὑποχρεωμένος νά πιστέψης, καθώς καί ὅλοι πού βρίσκονται ἐδῶ μέσα. Ἀλλά ὅταν θά δῆτε τό θαῦμα, θά εἶσθε ὑποχρεωμένοι νά σιωπήσετε, διότι ἄν μιλήσετε κινδυνεύετε νά κλεισθῆτε σέ ψυχιατρικό ἄσυλο.

Τό λεωφορεῖο ἔφθασε στόν κύριο δρόμο τῆς διαδρομῆς. Ἔπαψε νά χιονίζη καί ὁ ὁδηγός μπόρεσε νά ἀναπτύξη ταχύτητα. Τή στιγμή αὐτή οἱ ἐπιβάτες πού κύτταζαν τό γέροντα καί τόν ἄκουγαν δέν τόν ἔβλεπαν πιά. Ἡ θέσι του ἦταν κενή… Δυό-τρεῖς ἐπιβάτες, πού κάθονταν κοντά στό νεαρό κομμουνιστή, ἐκαναν τό σταυρό τους λέγοντας:

— Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ.

Ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς, γύρισε πρός τούς ἐπιβάτες τῶν πίσω καθισμάτων καί φώναξε:

—Καταλαβαίνετε τώρα ποιός μᾶς ἔσωσε ἀπό τή σύγκρουσι; Μᾶς ἔσωσε ὁ γέροντας μέ τήν ἄσπρη γενειάδα, ὁ προστάτης τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ, ὁ ἅγιος Νικόλαος!

—Δέν ξέρω τί θά κάνουμε, πρόσθεσε ἕνας ἄλλος, ἀλλά ἐγώ ὅπου κι ἄν πάω, θά διηγοῦμαι τό θαῦμα αὐτό τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Μπορεῖ νά μέ κλείσουν σέ ψυχιατρικό ἄσυλο, θά ἔχω, ὅμως, μάρτυρες ὅλους ἐσᾶς καί προπαντός ἐσένα φίλε.

Ὁ νεαρός ἄθεος κομμουνιστής ἔκρυψε τό πρόσωπό του στίς δύο παλάμες μέ προφανῆ συντριβή”».

Από το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Ὁ Ἥχος τῶν Θεϊκῶν Βημάτων, Ἀπό τίς παρυφές τῆς πλάνης στό Χριστό, Μεταστροφές 4, ἐκδ. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (τηλ. 2108220542, 6978461846), Ἀθήνα 2011,

Πηγή:

http://atheistsmetorthodoxy.wordpress.com

ATHEISTS MET ORTHODOXY

ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΑΘΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Κονγκό: Η Νίνα και η μητέρας της

Από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

Ἄς πᾶμε στό χῶρο τῆς Ἱεραποστολῆς: «Ἡ Νίνα, ἕνα κοριτσάκι γύρω στά δέκα χρόνια του, ἦταν τό τρίτο παιδί μιᾶς οἰκογενείας πού ζοῦσε στό Δυτικό Κασάι. Τά δύο προηγούμενα ἀδελφάκια του, δύο ἀγοράκια, ἔχουν ἀφήσει πολύ ἐνωρίς αὐτό τόν κόσμο, μικρά-μικρά, χαρίζοντας στή Νίνα τόν τίτλο τῆς μοναχοκόρης καί τοῦ μοναχόπαιδου.

Ἡ Νίνα ἔχει γεννηθῆ ἀπό μιά μητέρα πού εἶχε ἔντονα θρησκευτικά ἐνδιαφέροντα καί, μάλιστα, σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε εἶχε ἀσπασθῆ κάποια προτεσταντική αἵρεσι καί εἶχε γίνει καί… “παστόρισσα” (νά ποῦμε ἱέρεια).

Ὅπως καταλαβαίνετε —εἶναι ἄλλωστε αὐτονόητο— ἡ Νίνα ἀκολουθοῦσε τή μητέρα της στή σύναξι τῶν προτεσταντῶν. Ὅμως, ἡ καλή φήμη τοῦ σχολείου τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς ἔφερε τό κοριτσάκι στά Ὀρθόδοξα θρανία. Ἀπό ἐκεῖνο τό σημεῖο ἀρχίζει μιά σειρά ἐσωτερικῶν κι ἐξωτερικῶν ἀναμορφώσεων. Ἀξίζει νά τίς παρακολουθήσουμε.

Καθώς ὁ χρόνος περνοῦσε, ἡ Νίνα ἄρχισε νά δυστροπῆ καί νά μή θέλη ν᾽ ἀκολουθῆ τή μητέρα της στίς συνάξεις τῶν προτεσταντῶν. Παρακολουθοῦσε, ὅμως, ἀδιάλειπτα —καίτοι ἀβάπτιστη— τίς ἐκκλησιαστικές συνάξεις τῶν Ὀρθοδόξων. Δέν πέρασε πολύς καιρός καί τό κορίτσι ζήτησε νά βαπτισθῆ!

Οἱ γονεῖς της, καί πιό πολύ ἡ γιαγιά της, δέν ἤθελαν οὔτε ν᾽ ἀκούσουν κάτι τέτοιο. Αὐτό γιγάντωσε τήν ἐπιθυμία τῆς Νίνας νά λάβη τό ἅγιο Βάπτισμα. Ὁ πατέρας ἀναγκάσθηκε νά ἐπανεξετάση τό αἴτημα τῆς κόρης τους καί πῆρε τήν ἑξῆς ἀπόφασι: “Τά δύο πρῶτα μου παιδιά πέθαναν τό ἕνα δύο ἐτῶν καί τό ἄλλο ἑνός ἔτους. Ἡ κορούλα μου ἔχει γίνει δέκα ἐτῶν. Ἄς βαπτισθῆ, ἀφοῦ τό θέλει τόσο πολύ, μήπως καί πεθάνη καί αὐτή!”. Οἱ ὑπόλοιποι τῆς οἰκογενείας ὑποχώρησαν καί δέχθηκαν στενόχωρα τήν ἀπόφασί του.

Ἡ Νίνα εὐχαρίστησε ὁλόκαρδα καί τόν Οὐράνιο καί τόν ἐπίγειο πατέρα της, κατηχήθηκε καί, σέ λίγο καιρό, κρίθηκε ἕτοιμη γιά τό Βάπτισμα. Συνεχίζει βέβαια καί πηγαίνει ἀνελλιπῶς στά κατηχητικά μαθήματα καί φυσικά δέν λείπει ποτέ ἀπ᾽ τή θεία Λειτουργία καί θεία Κοινωνία τῶν Κυριακῶν καί τῶν ἑορτῶν.

Σ᾽ ἕνα ἀπ᾽ τά κατηχητικά μαθήματα, ἡ Κατηχήτριά της μίλησε στά παιδιά γιά τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί Μητέρα μας καί, στό τέλος τοῦ μαθήματος, ἔδωσε σέ κάθε παιδί μιά χάρτινη μικρή εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἡ ψυχή τῆς Νίνας αἰσθάνθηκε μιά βαθειά καί μυστική σχέσι μέ τό Πανάγιο Πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας καί, γυρίζοντας στό σπίτι, τοποθέτησε τήν ἱερή εἰκόνα Της στό πιό ψηλό σημεῖο ἑνός ἑρμαρίου τῆς τραπεζαρίας, προκαλώντας ἀρκετές ἀρνητικές ἀντιδράσεις στά ὑπόλοιπα πρόσωπα τῆς οἰκογενείας. Ἐπέμεινε, ὅμως, καί πέτυχε νά μείνη ἡ ἱερή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἐκεῖ πού τήν εἶχε τοποθετήσει.

Τίς Κυριακές, ἡ “παστόρισσα” μητέρα τῆς Νίνας δεχόταν τήν ἐπίσκεψι πολλῶν Προτεσταντῶν στό σπίτι τους. Μόλις οἱ Προτεστάντες εἶδαν τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἔκαναν τά γνωστά σχόλιά τους καί ζήτησαν νά “ἐκθρονίσουν” τή Θεοτόκο ἀπ᾽ τήν οἰκογενειακή ἑστία τῆς Νίνας. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Νίνας ἀποδείχθηκε καί πάλι ὑπέρτερη τῶν προτεσταντικῶν ἀπαιτήσεων. Οἱ γονεῖς της εἶπαν ὅτι εἶναι παιδική ἀξίωσι καί δέν θέλουν νά στενοχωρήσουν τό κορίτσι τους, ἀφοῦ, γιά τούς ἴδιους, αὐτή ἡ χάρτινη εἰκόνα δέν ἦταν τίποτε τό σημαντικό. Οἱ προτεστάντες ἔφυγαν στενοχωρημένοι καί προβληματισμένοι καί συζήτησαν μέ πολλούς δικούς τους τή σημειωθεῖσα ἀλλαγή στό σπίτι τῆς “παστόρισσας”!

Τήν ἀμέσως ἑπόμενη Κυριακή, πάστορας, ἀνώτερος ἀπ᾽ τούς ἄλλους, θέλησε νά δῆ μέ τά δικά του μάτια τό γεγονός καί, συνοδευόμενος ἀπό μερικούς ἄλλους, κτύπησε τήν πόρτα τοῦ σπιτικοῦ τῆς Νίνας. Ἡ “παστόρισσα” ἄνοιξε τήν πόρτα πρόθυμη νά τούς καλοδεχθῆ. Τότε ὁ μεγάλος πάστορας τῆς λέει:

—Δέν μπαίνω μέσα, γιατί ἐκεῖ πάνω ἔχει ἕνα ὅπλο!

Ἡ “παστόρισσα” ἀρκετά προσβεβλημένη ἀπάντησε:

—Τί εἶναι αὐτά πού λές; Δέν ὑπάρχει ὅπλο στό σπίτι μας!

Ὁ πάστορας ἐπέμεινε:

—Ἐκεῖ ψηλά, ὑπάρχει ἕνα ὅπλο!, κι ἔδειξε τό ἑρμάριο μέ τήν ἱερή εἰκόνα, παραμένοντας ἔξω ἀπ᾽ τήν πόρτα.

Ἡ οἰκοδέσποινα τοῦ ἐξήγησε πώς ἐκεῖ ὑπάρχει μιά μικρή χάρτινη εἰκόνα πού πῆρε ἡ κόρη της ἀπ᾽ τό Κατηχητικό της, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος ἐπέμενε ὅτι ὑπάρχει ἕνα ὅπλο! Στό τέλος πῆρε τή συνοδεία του κι ἔφυγαν ἀπ᾽ τό σπίτι πικραμένοι καί δυσαρεστημένοι, κρύβοντας μέ ἐπιμέλεια καί τήν τρομάρα τους…

Αὐτή ἡ ὁμολογία τοῦ πάστορος καί ἡ τρομάρα του μπροστά στήν ἱερή εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἦταν τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή τῆς “παστόρισσας”. Μιά ἅγια ἀνησυχία φούντωσε στήν καρδιά της, “Πῶς εἶναι δυνατόν μιά τόση δά χάρτινη εἰκόνα νά εἶναι ὅπλο;”· “γιατί φοβήθηκαν οἱ πάστορες;”. Ἐρωτήματα πού ζητοῦσαν ἄμεση ἀπάντησι.

Βρέθηκε, λοιπόν, ἡ εὐλογημένη νά περνᾶ τήν πόρτα τῆς Ὀρθόδοξης Ἱεραποστολῆς αὐτή τή φορά, μέ διαφορετικό ὕφος καί μέ τά μάτια καί τ᾽ αὐτιά της ὁλάνοικτα. Εἶχε ἀποκτήσει “ὦτα τοῦ ἀκούειν” πρός ἀφάνταστη χαρά τῆς Νίνας.

Ἐκεῖ, στή “Μισσιόνα”, ἔκανε πολλές ἐρωτήσεις, πῆρε ἀπαντήσεις, ἔζησε τό κλῖμα τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, συγκινήθηκε μπροστά στήν ἱερή εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καί ζήτησε συγχώρησι γιά τήν κακοδοξία τήν ὁποία εἶχε πιστέψει καί γιά τό πού τόσες φορές ξυλοφόρτωσε τή Νίνα της…

Μετά ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, πῆγε στούς Προτεστάντες καί ὁμολόγησε πώς δέν πιστεύει πλέον τά δόγματά τους, ἔρριξε μπροστά στά πόδια τους καί τό ἱερατικό της ἔνδυμα —ἕνα μαῦρο φόρεμα— κι ἔτρεξε νά γραφῆ στόν κατάλογο τῶν κατηχουμένων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας».

Από το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Εὐρήκαμεν τόν Μεσσίαν – Ἀπό τόν Ἰουδαϊσμό στήν Ὀρθοδοξία, Ἐκδόσεις Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (2108220542, 6978461846), Ἀθήνα 2011

Πηγή:

http://africaofmyheart.wordpress.com

AFRICA OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

<>

Άγιος Ισίδωρος ο διά Χριστόν Σαλός, από την Γερμανία στο Ροστώφ της Ρωσίας, πρώην Ρωμαιοκαθολικός (+1474)

14 Μαΐου

Ο Άγιος Ισίδωρος Τβερντίσλοβ (= πιστός του Λόγου), γεννήθηκε στην Γερμανία από πλούσιους γονείς. Μεγαλωμένος σε Ρωμαιοκαθολικό περιβάλλον, μεταστράφηκε αργότερα στην Ορθόδοξη πίστη. Από τη νεότητά του έζησε ασκητικό βίο και είχε στην καρδιά του μεγάλη ευσπλαχνία για τους ανθρώπους. Επιθυμώντας τη Βασιλεία του Θεού ο Άγιος εγκατέλειψε την πατρική οικία, διαμοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και άρχισε να ζει περιπλανώμενος. Τελικά έφθασε στη Ρωσία και αποφάσισε να ζήσει στο Ροστώβ. Εδώ ο Άγιος Ισίδωρος ζούσε μέσα στο χιόνι και στο κρύο, υπομένοντας κάθε προσβολή. Εγκαταστάθηκε σε μία σαθρή ξύλινη καλύβα, την οποία έφτιαξε ο ίδιος. Επέλεξε ένα ακατανόητο τρόπο ζωής για το Όνομα του Χριστού, τον οποίο ο Απόστολος Παύλος περιγράφει στην Α’ Επιστολή του προς Κορινθίους.

Ο Άγιος Ισίδωρος περνούσε τον καιρό του με αδιάλειπτη προσευχή, μη επιτρέποντας στον εαυτό του πολύ ύπνο ή ξεκούραση. Στεκόταν όλη τη νύχτα άγρυπνος και δοξολογούσε τον Θεό.

Την ημέρα ο Άγιος έκανε τους γύρους της πόλεως, ενεργώντας ως σαλός. Όπως ο Ιώβ ο παλαιός στην υπομονή του, έτσι και ο Άγιος Ισίδωρος, ενώ ήταν ακόμα ζωντανός, ήταν μαζί επίγειος Άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, μια φιλεύσπλαχνη ψυχή, αγνός στη σκέψη, με άγρυπνη καρδιά, πίστη ακαταίσχυντη και αληθινή αγάπη χωρίς υποκρισία. Κατά την διάρκεια του βίου του αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα.

Ο Άγιος Ισίδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1474. Οι Χριστιανοί πληροφορήθηκαν την κοίμησή του μόνο όταν περνώντας έξω από την καλύβα του ένιωσαν την ευωδία, που ανέδιδε το ιερό λείψανό του. Στον τόπο του ενταφιασμού του Αγίου, κτίσθηκε ο ναός της Αναλήψεως του Κυρίου, στον οποίο φυλάσσονται τα λείψανά του.

Ο Άγιος Ισίδωρος ονομάζεται Τβερντίσλοβ (πιστός του Λόγου), επειδή ομιλούσε συνεχώς για τον Ιησού Χριστό.

Πηγή:


FOOL FOR CHRIST - FULL OF CHRIST

ΑΓΙΟΙ, ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΙ

<>

Ένας άθεος συναντάει τον ίδιο το Θεό μέσα στην Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία

π. Anthony Bloom του Sourozh, Επίσκοπος
Μ. Βρεταννίας και Ιρλανδίας (+2003)

Ο π. Anthony Bloom του Sourozh, Επίσκοπος Μ. Βρεταννίας & Ιρλανδίας μας αναφέρει:

«Θυμᾶμαι ὅτι μᾶς εἶχε ἐπισκεφθῆ κάποτε ἐδῶ ἕνας σαραντάρης, στρατευμένος ἄθεος. Ἦλθε σ᾽ αὐτή τήν ἐκκλησία ἐπειδή, ὅπως εἶπε, εἶχε φέρει ἕνα δέμα γιά κάποιον ἐνορίτη μας. Πῆγε καί κάθισε πίσω-πίσω, ἀλλά ἔνιωθε ὅτι μία παρουσία γέμιζε τό χῶρο. Ξαναήλθε σέ ὥρα πού δέν εἴχαμε Λειτουργία, και ἀνακάλυψε ὅτι ἡ παρουσία ἦταν ἀκόμη ἐκεῖ —ἀληθινή, ἀντικειμενική, δέν τή δημιουργοῦσε ἡ ψαλμωδία, τά κεριά, οἱ εἰκόνες, ἡ προσευχή τῶν ἀνθρώπων: ἦταν ἡ παρουσία τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Αὐτόν ἔτσι τόν ἄγγιξε…».

Πηγή:

http://englandofmyheart.blogspot.com

ENGLAND OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

<>

Η μεταστροφή μίας Γερμανίδας 
τουρίστριας από τον Προτεσταντισμό στον Ορθόδοξο Μοναχισμό

Ἡ Γερμανίδα Μοναχή Γλυκερία τῆς Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Πάτμου μᾶς διηγεῖται τήν μεταστροφή της στην Ορθοδοξία:

“Εἶμαι Γερμανίδα. Ἦρθα ἐδῶ πρίν ἀπό δέκα περίπου χρόνια γιά τουρισμό. Ἀνῆκα στόν Προτεσταντισμό, ἀλλά δέν πίστευα. Ζοῦσα χωρίς κανένα περιορισμό… ἦρθα στήν Πάτμο μέ τό σόρτς, ἡλιοκαμμένη, μέ τό σακίδιό μου στήν πλάτη, μέ μόνη ἐπιθυμία νά περάσω καλά στίς ἔρημες παραλίες τοῦ ὑπέροχου αὐτοῦ νησιοῦ. Ἀλλά ἔτσι, γιά νά ᾽χω ἥσυχη τή συνείδησί μου, εἶπα νά κάνω καί μία “πολιτισμική” ἐπίσκεψι στό Μοναστήρι. Μπῆκα λοιπόν στό σπήλαιο, μετά πῆγα στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί, τελικά, οὔτε ξέρω πῶς, “προσγειώθηκα” ἐδῶ ἕνα ἀπογευματάκι, τήν ὥρα τοῦ Ἐσπερινοῦ. Μπῆκα στήν ἐκκλησία καί παρακολούθησα ὄρθια τήν ἀκολουθία. Νά, ὅμως, πού μοῦ συνέβη κάτι τό ἀπίστευτο, δέν εἶναι εὔκολο νά σᾶς τό περιγράψω, παγιδεύτηκα κυριολεκτικά, μέ κατέλαβε μία μυστηριώδης δύναμι πού ἀνέτρεψε τά πάντα καί γέμισε τήν καρδιά μου μέ γλυκύτητα καί εἰρήνη. Πλημμύρισα ἀπό μία εὐτυχία τέτοια πού μόνο ὁ οὐρανός μπορεῖ νά δώση! Μοῦ ἦταν ἀδύνατον νά φύγω ἀπ᾽ τό παρεκκλήσι. Ἔμεινα μέσα καί δέν ξανάφυγα ποτέ ἀπ᾽ τό Μοναστήρι, ὅπου ἔγινα ἡ ἀδελφή Γλυκερία πού σᾶς μιλάει τώρα!”.

Πηγή:


PROTESTANTS MET ORTHODOXY

ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Ο Ἀγιος Βιτάλιος Σιντόρενκο 
της Γεωργίας (+1992) ως παίδι οδηγεί μία Προτεστάντισσα στην Ορθοδοξία με την θαυματουργική προσευχή του

Ἄς δοῦμε, τώρα, τίς Εἰκόνες των Αγίων και του Χριστού στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας:

«Μιά φορά ὁ π. Βιτάλιος Σιντόρενκο ἀπ’ τή Γεωργία (†1992), ἔκανε συζήτησι μέ μιά γυναῖκα Προτεστάντισσα πού δέν πίστευε στίς Εἰκόνες καί ἔλεγε ὅτι εἶναι ἁπλᾶ ξύλα. Ὁ Βιτάλιος ἔλεγε ὅτι ὁ Κύριος μπορεῖ νά τῆς δείξη τήν ἀγάπη του ἄν αὐτή ἔχη πίστι. Αὐτή τοῦ ἀπάντησε ὅτι θά πιστέψη στίς Εἰκόνες ἄν δῆ κάποιο θαῦμα. Ὁ Βιτάλιος ἄρχισε μαζί της νά προσεύχεται μπροστά σέ μιά Εἰκόνα τῆς Παναγίας καί ξαφνικά ἡ Εἰκόνα αὐτή λούσθηκε σ’ ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς. Ἔτσι ὁ Βιτάλιος, παιδί ἀκόμα, βοήθησε μέ τήν προσευχή του νά γνωρίση αὐτή ἡ γυναῖκα τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας».

Ἀπό τό βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Ἁγιολογία, ἐκδ. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (τηλ. 2108220542, 6978461846), Σταμάτα 2013

Πηγή:

http://katixisi-orthodoxos-xristianismos.blogspot.com

ΚΑΤΗΧΗΣΗ - ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ

<>

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης (+1975): 
Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ 
οδηγεί μία γυναίκα σε μετάνοια

O αγιασμένος σύγχρονος Γέροντας και ιερέας των Τρικάλων, π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, με την άδεια της Ευαγγέλιας Γ., μας αναφέρει την μεταστροφή της από την αμαρτωλή ζωή στην συνειδητή Χριστιανική ζωή και στο Ιερό Μυστήριο της Θείας Εξομολόγησης.

* * *

Μας αναφέρει ο π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης:

Η Ευαγγελία Γ., ετών 28, κάτοικος Βάνιας, στις 6 Αυγούστου το απόγευμα έπαθε τα εξής:

Η Ευαγγελία από τα μικρά της χρόνια είχε μία άστατη ζωή. “Έκανε τήν ζωή της” μή έχοντας καμμία σχέση μέ τόν Θεό καί τήν Εκκλησία, καί τελευταία συζούσε παράνομα μέ έναν παντρεμμένο, τόν Ν.Κ. 54 ετών, πού είχε αφήσει τήν γυναίκα του…
Ό Θεός όμως περίμενε τήν μετάνοιά της…

Στίς 6 Αυγούστου τού 1958 , ημέρα Τετάρτη, στίς 7 τό απόγευμα πήγε φαγητό στόν φίλο της πού έβοσκε τά πρόβατα. Τό έδωσε, καί φεύγοντας από εκεί γιά τό σπίτι της, τής παρουσιάστηκαν στόν δρόμο κάποια άγνωστα, περίεργα πλάσματα…

Τήν φοβέριζαν, γιατί είχε έλθει πιά ή οργή τού Θεού επάνω της καί έπρεπε νά ξεκαθαρίσει τήν θέση της. Άλλοι τήν έδερναν, άλλοι τήν τραβούσαν νά τήν πνίξουν στό νερό, άλλοι τήν έσπρωχναν δεξιά καί αριστερά…

Τελικά τήν πήγαν σ΄ ένα μαντρί, καί εκεί όλη τήν νύκτα πέρασε αφάνταστη τιμωρία…
Τήν επόμενη μέρα, στίς 1 τό μεσημέρι, τήν βρήκαν σέ μιά καλύβα βασανιζόμενη από ακάθαρτα πνεύματα. Είχε δαιμονισθεί!

Τήν πήραν καί τήν έφεραν στό σπίτι της, καί εκεί, δέν έπαψε νά φωνάζει δυνατά καί νά συνομιλεί μέ πονηρά πνεύματα δεχόμενη φοβερό ξύλο από αυτά…

‘Ολα τά παραπάνω τά διαβεβαιώνω σάν ιερέας τού χωριού καί σάν αυτόπτης μάρτυρας, μιά καί μέ κάλεσαν νά τής διαβάσω εξορκιστικές ευχές γιά νά ησυχάσει…

Στίς 6 τό απόγευμα φέραμε στήν δαιμονισμένη, τήν εικόνα τών Παμμεγίστων Ταξιαρχών, καί όπως ομολόγησε μετά ή ίδια, συνέβησαν περίεργα καί θαυμαστά πράγματα…
Μέ τήν είσοδο τής εικόνας τών Αρχαγγέλων στό σπίτι της είδε έναν αστραπόμορφο νέο μέ σπαθί πού τής είπε:

“Μή φοβάσαι, εγώ θά σέ απαλλάξω από όλα αυτά, αλλά θά σταματήσης τίς αμαρτίες πού μέχρι σήμερα έκανες καί θά μετανοήσεις. Εγώ θά είμαι μαζί σου ! Νά τό πείς αυτό παντού, ότι ή Εκκλησία έχει ζωντανή θρησκεία, γιά νά πιστέψει ό κόσμος καί νά μετανοήσει…”.

Καί αμέσως, μέ τά τελευταία λόγια τού Αρχαγγέλου, τά πνεύματα τού σκότους διαλύθηκαν, έπαψαν τά φαινόμενα καί επανήλθε στόν εαυτό της. Σηκώθηκε, προσκύνησε τήν εικόνα ευχαριστώντας τούς Αγίους γιά τήν προστασία τους καί υποσχέθηκε αλλαγή ζωής από τήν ίδια ώρα!…

Σήμερα είναι καλά, διηγούμενη όσα είδε καί έπαθε, καί ενθυμούμενη πάντα τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ όμοιο μέ αστραπή μέ τό σπαθί στό χέρι, πού τήν έσωσε από τήν τιμωρία τών ακαθάρτων πνευμάτων…

Τά παραπάνω τά γράφω σάν αυτόπτης μάρτυς τών εν λόγω συμβάντων…

Ο ιερεύς τού χωριού,

π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, Βάνια Τρικάλων, 1958 – Αυγούστου 10

Από το βιβλίο: Ευάγγελος Π. Λέκκος, Παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης – Σύγχρονοι Γέροντες, εκδ. Σαΐτης, 2011

Πηγή:

http://havefaithorthodoxy.wordpress.com

HAVE FAITH - ORTHODOXY

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Ο Α. Χ. από την Αθήνα
μάς διηγείται την μεταστροφή του από τον Ιουδαϊσμό στην Ορθοδοξία

Μια δημόσια εξομολόγηση

Ονομάζομαι Α. Χ. και γεννήθηκα το 1982 στην Αθήνα. Ο πατέρας μου ήταν Ιουδαίος στο θρήσκευμα ενώ η μητέρα μου παρότι ήταν βαπτισμένη Ορθόδοξη Χριστιανή ήταν αδιάφορη προς την Χριστιανική Πίστη. Παντρεύτηκαν στην Συναγωγή της Αθήνας και εκτός από εμένα απέκτησαν και άλλο ένα παιδί.

Μου έκαναν περιτομή όταν ήμουν μικρός όπως σε όλα τα εβραιόπουλα και την τελετή ενηλικίωσης που κάνουν δεκατριών ετών στα αγόρια (δώδεκα στα κορίτσια). Πήγα στο εβραϊκό δημοτικό σχολείο Αθηνών όπου εκτός των άλλων μαθημάτων που γίνονται σε όλα τα ελληνικά σχολεία μαθαίνουν την εβραϊκή γλώσσα, εβραϊκή ιστορία και Παλαιά Διαθήκη. Ξεκινάνε τη μέρα με εβραϊκές προσευχές και τηρούν όλες τις γιορτές του έτους με αργίες ή άλλες εκδηλώσεις και έθιμα. Συχνά πηγαίναμε στη συναγωγή για διάφορες τελετές. Κάθε Παρασκευή γινόταν μια ειδική γιορτή πρίν από το Σάββατο που είναι η ιερή τους ημέρα. Πολλές εκδρομες και ταξίδια που γινόντουσαν είχαν ως κέντρο την εβραϊκη θρησκεία. Επίσης υπάρχουν στην Ελλάδα διάφορες ομάδες νεότητος όπου οργανώνουν διάφορες εκδηλώσεις εδώ ή στο εξωτερικό. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε στην εβραϊκή κατασκήνωση στους Πρόποδες του Ολύμπου. Και εκεί ό,τι γινόταν, γινόταν με κέντρο τα έθιμα και τις παραδόσεις της Εβραϊκής θρησκείας και της χώρας της. (Κάθε απόγευμα λένε ακόμα και τον ύμνο του Ισραήλ!).

Αυτά ήταν τα πρώτα θρησκευτικά ερεθίσματα που είχα ενώ προσωπικά δεν με είχε απασχολήσει ποτέ το θέμα της ύπαρξης του Θεού, της Πίστης, ή της ζωής μετά το θάνατο. Θα έλεγα οτι έκανα μια κοσμική ζωή όπως τα περισσότερα παιδιά της εποχής μου, με ότι αυτό συνεπάγεται στο θέμα των αμαρτημάτων. Και ενώ τα χρόνια πέρναγαν σε αυτή την κοσμική ελευθέρια, με διασκεδάσεις αμαρτωλές, ένα τεράστιο ψυχικό κενό δημιουργόταν μέσα μου. Ενώ είχα όλες τις ανέσεις και τις ευκολίες που μπορεί να έχει ένας νέος, ενώ είχα την δυνατοτητα να αναλωθώ σε κάθε είδους αμαρτωλη πράξη και ψευτικη χαρά αυτού του κόσμου έβλεπα οτι κάτι έλειπε… Ένοιωθα ότι τίποτα από όλα αυτά δεν έχει νόημα και αξία ένοιωθα ότι στην ουσία δεν είμαι ευτυχισμένος. Και καθώς ο καιρός και τα χρόνια πέρναγαν το ψυχικό αυτό κενό γινόταν όλο και μεγαλύτερο χωρίς να μπορω να προσδιορίσω τι είναι αυτό που λείπει και που να μπορεί να δώσει πραγματικό νόημα στην ύπαρξή μου.

Δύο είναι τα περιστατικά που συνδέονται με τα γυμνασιακά μου χρόνια και που μέσα από αυτά φαίνεται η πρόνοια του Θεού να με οδηγήσει στην Εκκλησἰα Του.

Ήμουν στη Δευτέρα Γυμνασίου αν θυμάμαι καλά όταν κάποιοι καθηγητές μας αποφάσισαν να φτιάξουμε μια εικόνα των Τριών Ιεραρχών για την εορτή τους. Ανάμεσα στους τόσους μαθητές (κάθε σχολικό έτος είχε εφτά τμήματα των 20 με 30 μαθητών) επέλεξαν εμένα, που δεν ἠμουν καν Χριστιανός ούτε είχα κανένα ιδιαίτερο χάρισμα στη ζωγραφική να κάνω τον Μέγα Βασἰλειο.

Ο Ναὀς των Τριών Ιεραρχών στον κέντρο της Αθήνας ήταν αυτός που πολλά χρόνια αργότερα, θα έμπαινα για πρὠτη φορά συνειδητά στη ζωή μου να εξομολογηθώ τις αμαρτίες μου και να ξεκινήσω την πνευματική μου ζωή με τακτικό εκκλησιασμό. Επίσης η αγιογραφια είναι μια τέχνη που έμαθα καλά με τα χρόνια και εξασκώ τακτικά όποτε έχω χρόνο.

Το δεύτερο περιστατικό έχει να κάνει με την Αγιορείτικη Μονή της Σίμωνος Πέτρας που επισκεφτήκαμε με έναν φίλο μου. Είμασταν τότε δεκατεσσάρων με δεκαπέντε χρονών. Το βράδυ ξαπλώσαμε στο κελί μας να ξεκουραστούμε. Εγώ μόλις έκλεισα τα μάτια μου άρχισα αμέσως να νοιώθω οτι γίνεται σεισμός στο δωμάτιο. Μόλις το είπα στον φίλο μου, μου απάντησε ότι έχει πολλά χρόνια να γίνει σεισμός εδώ και είναι ιδέα μου, καλύτερα να
προσπαθήσω να κοιμηθώ. Το ίδιο φαινόμενο συνεχίστηκε πολλές φορές κατά την διάρκεια της νύχτας. Με το που έκλεινα τα μάτια μου ένοιωθα να σείεται όλο το δωμάτιο. Μόλις τα άνοιγα και σηκωνόμουν λίγο αυτό σταμάταγε. Με τα πολλά κάποια στιγμή αργά την νύχτα μπόρεσα να κοιμηθώ κάτω από τα γέλια και τις ειρωνίες του φίλου μου. Να σημειώσω εδω ότι στο Άγιο Όρος πήγα αβάπτιστος.

Σε μετόχι της Μονής Σίμωνος Πέτρας μετά από αρκετά χρόνια μια ευλογημένη μέρα δέχθηκα το Ιερό Μυστηριο της Βαπτίσεως και εισήλθα κανονικά στην Εκκλησία μας.

Μία ευσεβής σεμνή κόπέλα, γνήσιο τέκνο της Εκκλησίας, είναι ο πρώτος άνθρωπος που έγινε όργανο του Θεού για να με οδηγήσει στην μετάνοια και την επιστροφή μου σε Αυτόν. Εργαζόταν στο φροντιστήριο που μάθαινα Αγγλικα και γνωρίζοντας την εβραϊκή μου καταγωγή όπως και το ψυχικό κενό που βίωνα στη ζωή μου εκείνα τα χρόνια, δεν δίσταζε πολύ συχνά να μου ανοίγει συζητήσεις για πνευματικά θέματα, ακόμη και να μου δίνει βίβλία Χριστιανικού περιεχομένου, τα οποία έγω αγνοούσα πλήρως μέχρι εκείνη την εποχή. Το ενδιαφέρον μου για τον Χριστό, την Εκκλησία, και τους Αγίους ήταν τόσο που δυσκολευόμουν και εγώ ο ίδιος να παρακολουθήσω τον εαυτό μου! Διψούσα πραγματικά να μάθω για όλα αυτά τα πρωτόγνωρα πράγματα που πρώτη φορά άκουγα και άγγιζαν πραγματικά τη ψυχή μου. Ένοιωθα σαν να μου είχαν στερήσει κάτι όλα αυτά τα χρόνια και επιτέλους μάθαινα για αυτό. Ξαφνικά όλα αποκτούσαν νόημα. Υπήρχε τελικά στη ζωή κάτι που να αξίζει πραγμάτικα κάτι αληθινό. Και αυτός ήταν ο Χριστός μας. Το σκοτάδι που είχα μέσα μου άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί και να φαίνονται οι πρώτες ακτίνες φωτός. Μέσα σε πολύ λίγο δίαστημα χωρίς να πω τιποτα σε κανεναν ημουν βέβαιος οτι θέλω να βαπτιστώ Ορθόδοξος Χριστιανός.

Τον καιρό εκείνο είχα προγραμματίσει με ένα φίλο μου να πάμε ένα ταξίδι αναψυχής σε ένα νησί της Αμερικής. Από τη μία σκεφτόμουν την απόφαση που είχα πάρει να βαπτισθώ και να αρχίσω να ζώ μια σωστή πνευματική ζωή, από την άλλη δεν ήθελα να χάσω και αυτό το ταξίδι που είχαμε προγραμματίσει και ανυπομονούσαμε τόσο πολύ να πάμε. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να πάω και μόλις επιστρέψω να πραγματοποιήσω το σκοπό μου.

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού σκεφτόμουν συχνά τις αποφάσεις μου και όσα είχαν συντελεστεί στην ψυχή μου σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και ήθελα να κάνω κάτι για τον Κύριο σαν δείγμα της απόφασής μου να Τον ακολουθήσω από έδω και πέρα. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να κόψω το τσιγάρο! Εδώ και εφτά χρόνια σχεδόν κάπνιζα ένα με δύο πακέτα την ημέρα μανιωδώς και ούτε ήθελα να το αφήσω. Ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα όταν άνοιγα τα μάτια μου το πρώι και όταν έπεφτα να κοιμηθώ το βράδυ. Ήμουν εθισμένος σε αυτό σε απίστευτο βαθμό. Μαλιστα αγόρασα από το αεροδρόμιο πριν φύγουμε από την Ελλάδα μια ολόκληρη κούτα με πόλλα πακέτα να τα έχω μαζί μου στις διακοπές μου.

Αφου λοιπόν προσευχήθηκα πρώτη φορά στη ζωή μου στον Θεό γι᾽ αυτό το θέμα με πίστη και αφού ζήτησα την βοήθειά Του να με στηρίξει στην απόφασή μου το θαύμα έγινε. Από εκείνη τη μέρα σταμάτησα το κάπνισμα! Έτσι απλά. Αυτή είναι η δύναμη του Χριστού μας όταν Τον επικαλούμαστε να μας βοηθήσει να κόψουμε τα πάθη μας και να δείξουμε λίγη καλή προαίρεση.

Στο αεροπλάνο της επιστροφής από το ταξίδι στην Αμερική, δίπλα μου κάθησε ένας ιεραπόστολος. Λες και τον έβαλε εκεί ο Θεός να με περιμένει στο αεροπλάνο της επιστροφής για να μου υπενθυμίσει τις υποσχέσεις μου και τι έπρεπε να κάνω από εδώ και πέρα. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού κάναμε μια πολύ ωραία συζήτηση για διάφορα πνευματικά θέματα και μου έλυσε πολλές απορίες που είχα. Στο τέλος κατα την άφιξή μας στην Αθήνα μού έκανε δώρο μια Καινή Διαθήκη.

Ετσι γύρισα απο την Αμερικη μέ δύο δώρα. Μία Αγία Γραφή και μία κούτα τσιγάρα που δεν κάπνισα ποτέ…!

Ο καιρός να πραγματοποιήσω τον πόθο μου να γίνω μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είχε φτάσει. Και έγω δεν ήξερα από πού να αρχίσω, πού πρέπει να απευθυνθώ. Σε μια συζήτηση με ένα φίλο του αδελφού μου, που στα αλήθεια δεν γνώριζα και τόσο κάλα, δεν ξέρω πώς μου ηρθε να του πω τις σκέψεις μου. Αυτός αποδείχτηκε πως έιχε στενή σχέση με την Εκκλησία και μου πρότεινε να επισκεφτούμε τον Πνευματικό του Πατέρα, ο οποίος είναι γνωστός Αρχιμανδρίτης της Αθήνας, με μεγάλο συγγραφικό έργο σε θεματα κυρίως απολογητικά και μεταστροφές ανθρώπων από άλλες θρησκείες και αιρέσεις. Ο κατάλληλος άνθρωπος δηλαδή για την περίπτωση τη δική μου που δεν γνώριζα ούτε τα πιο βασικά της Πίστης μας. Έτσι λοιπόν ενα απόγευμα κατευθυνθήκαμε στον Ι. Ναό των Τριών Ιεραρχών που υπηρετούσε τότε ο παππούλης.

Για άλλη μια φορά βλέπουμε την Θεία Πρόνοια του Θεού να ενεργεί σκανδαλωδώς και να έργάζεται τη σωτηρία μου. Από όλους τους φίλους και γνωστούς που είχα εξομολογούμε τις σκέψεις μου σε έναν άνθρωπο, το φίλο του αδελφού μου, τον όποιο εκείνο τον καιρό γνώριζα ελάχιστα, και αυτός αποδεικνύεται όχι μονο πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός αλλά με οδηγεί και σε έναν Πνευματικό Πατέρα που μπορεί πραγματικά να με βοηθήσει στην απόφασή μου και να με κατηχήσει με το σωστό τρόπο.

Ο Γέροντας μάς άκουσε και τους δύο μέ πολύ αγάπη και ενδιαφέρον. Δέχτηκε να ξεκινήσουμε την κατήχηση και μόλις ένοιωθα έτοιμος και έκρινε και αυτός οτι είχε έρθει ο καιρός θα προχωρούσαμε στη βάπτιση. Επίσης μου γνώρισε όλη την πνευματική αδελφότητα που είχε σχηματιστεί απο πνευματικά του παιδιά με τα οποία κάναμε εκδρομές, πηγαίναμε βόλτες, εκκλησιαζόμασταν και πηγαίναμε στα κυρήγματα μαζί. Και ενώ στην αρχή δεν ήθελα να βιαστώ στο θέμα της βάπτισης μεχρι να περάσει λίγος καιρός και να είμαι απόλυτα βέβαιος για αυτό το βήμα στη ζωή μου, τόσο πολύ με γέμιζε η Θεία Χάρη του Θεού με την παρουσία Της και με την παρουσία των πνευματικών μου αδέλφών που άρχισα να παρακαλάω τον Γέροντα να προχωρήσουμε στο Ιερό Μυστήριο της Βάπτισης το συντομότερο δυνατόν. Τελικά αυτο πραγματοποιήθηκε την παραμονή των Χριστουγέννων του 2005 στο Σιμωνοπετρίτικο Μετόχι της Αναλήψως παρουσία πολλών πνευματικών αδελφών, αφού την προηγούμένη μέρα εξομολογήθηκα με συντριβή για πρώτη φορά ολά τα αμαρτήματα που είχα διαπράξει μέχρι εκείνη την ωρα. Ήμουν τότε 23 χρονών.

Η Βάπτιση σε μεγάλη ηλικία είναι μία πνευματική εμπειρία, ένα βίωμα που αποτυπώνεται ανεξήτηλα στην ψυχή του ανθρώπου. Νοιώθει ότι ανακαινίζονται τα πάντα μέσα του. Νους, ψυχή, καρδια, όλα καινούργια. Κάνει λογισμούς και σκέψεις τόσο αγνές και καθαρές που ποτέ δεν φανταζόταν οτι θα είχε. Νοιώθει ότι έχει ψυχή και μάλιστα είναι λευκή, καθαρή. Υπάρχουν στιγμές που την ώρα της προσευχής η ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας νοιώθει μια φλόγα και ένα θεϊκό πύρ να σιγοκάιει στο σημείο της καρδιάς του. Και όλα αυτά βέβαια είναι έργα του Αγίου Πνεύματος. Μακάριος αυτός που θα διατηρήσει την καθαρότητα που έλαβε στο Άγιο Βάπτισμα σε όλη του τη ζωή, που θα κρατήσει και θα αυξήσει αυτές τις χαρισματικές καταστάσεις. Ακόμα και το σώμα του το νοιώθει πιο ελαφρύ.

Ανυπομονούσα να βρεθώ μόνος μου σε κάποιο σημείο να κάνω προσευχή. Κάθε Θεία Λειτουργία γινόταν πανυγήρι στη ψυχη μου. Νοιώθει αγάπη κανείς για τα πάντα, όλους και όλα. Δεν προλάβαινα να ζητήσω στην προσευχή μου κάτι πνευματικό και ο Κύριος μού το πραγματοποιούσε την επόμενη μέρα. Όλα αυτά είναι δώρα του Θεού σε όλους τους ανθρώπους που αποφασίζουν συνειδητά να βαπτιστούν σε μία ώριμη ηλικία για να τους κάνει να καταλάβουν οτι η απόφαση τους ήταν η σωστή. Ότι Αυτή είναι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή και οτι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη Εκκλησια πάνω στη Γη, το Σώμα Του.

Η υπάρξη Πνευματικού Πατέρα, πνευματικού οδηγού,  είναι μια τεράστια ευλογία στη ζωή μας. Αληθινά ευτυχισμένοι αυτοί που το συνειδητοποίησαν και το βίωσαν αυτό στη ζωή τους. Η Εκκλησία μας τα έχει ορίσει όλα πολύ σοφά. Όλοι οι μεγάλοι Άγιοι της εποχής μας, Άγιος Παϊσιος, Αγιος Πορφύριος, πατήρ Σωφρόνιος τόνιζαν αυτή την παράμετρο στην πνευματική ζωή των ανθρώπων που τους επισκέπτονταν. Δύο χιλιάδες χρόνια η Εκκλησια μας εχει αποταμιεύσει πλούσια πνευματική εμπερία που μεταλαμπαδεύουν οι Πνευματικοί μας Πατέρες σε μας τα απλά μέλη της. Έχουμε υποχρέωση να ψάξουμε για έναν καλό Πνευματικό Πατέρα που δόξα τω Θεώ είναι πολλοί στις μέρες μας, να εξομολογούμαστε με καθαρότητα και ειλικρίνια τις αμαρτίες μας, αλλα και να τον συμβουλευόμαστε για τα διάφορα προβλήματα της ζωής. Όχι μόνο θα αποφεύγουμε τις παγίδες του διαβόλου αλλά θα βλέπουμε και μεγάλη ευλογία σε κάθε πράξη μας. Θα ανανεώνουμε τη Θεία Χάρη που λάβαμε στο Άγιο Βάπτισμα και θα οδεύουμε με ασφάλεια προς την αιωνιότητα και την Βασιλεία των Ουρανων.

Σαν επίλογο θέλω να αναφερθώ στους Εβραίους της Ελλάδας, γιατί έχω γνωρίσει αρκετούς από αυτούς είτε συγγενείς είτε φίλους. Οι περισσότεροι απο αυτούς είναι άνθρωποι καλής προαιρέσεως οι οποίοι όμως έχουν άγνοια στα θέματα της Πίστεως. Το γεγονός οτι ζούν σε μια Ορθόδοξη χώρα δρα ευεργετικά στη ψύχη τους, στους περισσότερους από αυτούς. Αν παραμένουν Εβραίοι το κάνουν μόνο από κάποια συνήθεια, στην παράδοση των προγόνων τους, ελάχιστοι από αυτούς γνωρίζουν τι πρεσβεύει η εβραϊκή θρησκεία, ή τα σχέδια και τις επιδιώξεις του σιωνισμού παγκοσμίως. Αν πλησιάσεται τους περισσότερους από αυτούς και με σωστό τρόπο τούς βάλετε την καλή ανυσηχία για τα πνευματικά μπορεί να γίνουν θαύματα. Σαν μαθήτες του Χριστού και συνεχιστές των Αποστόλων έχουμε ευθύνη να βοηθήσουμε όλους τους ανθρωπόυς γύρω μας, είτε είναι άλλης θρησκείας, είτε αιρετικοί είτε μακρυά απο την Εκκλησία, να τους δείξουμε αυτά που έκανε ο Χριστός σε μάς και να τους οδηγήσουμε στον δρόμο της Αλήθειας. Είναι κάτι που θα μας ζητηθεί λόγος εν ημέρα Κρίσεως.

Πηγή:

http://anatoliki-orthodoksi-ekklisia.blogspot.com

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

<>

Κορέα: Από το Βουδισμό στην Ορθοδοξία

Μια συγκινητική μεταστροφή 
στη Χώρα της Πρωϊνής Γαλήνης

π. Ἰωάννης Κωστώφ, Ὁ Ἧχος τῶν Θεϊκῶν Βημάτων:

Θά ἀρχίσουμε μέ «τή συγκινητική ἱστορία μιᾶς ψυχῆς, πού δείχνει πῶς μέ διαφόρους τρόπους τό Ἅγιο Πνεῦμα προσκαλεῖ ἀπ᾽ τό σκοτάδι στό φῶς κάθε ψυχή. Τή διήγησι παίρνω ἀπό ἕνα “ἐνημερωτικό σημείωμα”, τό ὁποῖο ἔστειλε στούς φίλους τῆς ἱεραποστολῆς τῆς Κορέας, ἡ ἐκεῖ ὑπηρετοῦσα τότε διακόνισσα Μαρία:

“Συνέβη στό Πουσάν, τήν πόλι-λιμάνι, πού τή νύκτα εἶναι κατάσπαρτη ἀπό φωτεινούς σταυρούς, ὅλους προτεσταντικῶν σεκτῶν κι αἱρέσεων, πού κατακλύζουν τήν πόλι. Ἕνας μόνο σταυρός μαρμάρινος ἀνήκει στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐκεῖ πηγαίνει μιά Ὀρθόδοξη Κορεάτισσα. Ὁ ἄνδρας της, ἄθρησκος. Τό κοριτσάκι τους, ὅμως, βαπτίσθηκε, βρέφος ἀκόμα. Ἡ γιαγιά, πεθερά τῆς ὀρθόδοξης, εἶναι βουδίστρια. Σέβεται, ὅμως, πολύ τή νύφη της. Ἔκανε ὅλα τά βουδιστικά της καθήκοντα, ἀλλά μέσα της εἶχε προβληματισθῆ, ὅσο, μάλιστα, τά χρόνια περνοῦσαν καί τό τέλος πλησίαζε. Μεγάλες οἱ ἀπορίες. Τί θά γίνω μετά τό θάνατο; Ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, ὁ Χριστός ἤ ὁ Βούδας; Γιατί εἶμαι ἀνήσυχη, ἐνῶ ἡ νύφη μου εἶναι τόσο ἤρεμη καί βέβαιη; Γιατί τά μάτια της εἶναι πάντα τόσο γαλήνια; Νύκτες δέν ἔκλεινε μάτι ἡ γριούλα. Μά καί ἡ νύφη δέν ἦταν ἀδιάφορη. Χωρίς νά μιλᾶ, χωρίς νά προβάλλη τίς θέσεις της —πῶς θά μποροῦσε, ἄλλωστε, νά ὑποδείξη κάτι σέ μιά μεγαλύτερή της καί, μάλιστα, πεθερά της—, ἡ χριστιανή Κορεάτισσα προσευχόταν. Αὐτές, ὅμως, τίς ἀναστολές καί τίς εὐγένειες δέν τίς εἶχε ἡ ἐγγονή. Δέν ἤξερε ἀκόμα πῶς συμπεριφέρονται στά σεβάσμια πρόσωπα σύμφωνα μέ τό κορεατικό πρωτόκολλο. Κι ἔλεγε στή γιαγιά της, πού στά κορεατικά σημαίνει Χαρμονή:

—Ἔλα στήν Ἐκκλησία μας, Χαρμονή· ἐκεῖ ὅλοι εἶναι χαρούμενοι. Ἡ Μαρία καί ἡ Ὀμά της (μητέρα της) πολύ μᾶς ἀγαποῦν.

Ἡ Ὀμά τῆς Μαρίας εἶναι ἡ Παταπία, ἡ πρεσβυτέρα πού πάντα δέχεται μέ πολλή χαρά ὅλους ἀνεξαιρέτως.

Μά ἡ Χαρμονή ἀπαντοῦσε:

—Ποῦ νά πάω ἐγώ, μιά γερόντισσα… καί βουδίστρια, μάλιστα,… θά μέ θέλουν;

Κάποιο, ὅμως, ἀπόγευμα πού ἡ ἐγγονούλα ἦταν στό σπίτι τῆς παπαδοπούλας, χρειάσθηκε ἡ νύφη νά πάη κάπου ἀλλοῦ καί παρακάλεσε τήν πεθερά της:

—Μητέρα, μπορεῖτε νά φέρετε τή μικρή στό σπίτι, ὅταν σουρουπώση;

Ἔτσι ξεκίνησε ἡ γιαγιά. Πῆγε στό συγκρότημα τοῦ ναοῦ, ὅπου τό πρεσβυτέριο. Ὁ ναός εἶναι τριώροφος. Ἀρκετά σκαλάκια ὥς αὐτόν. Ψηλά, σάν στέμμα, τό βυζαντινό καμπαναριό μέ τό μαρμάρινο σταυρό! Κόλλησαν τά μάτια της πάνω του. Κάτι ἀλλιώτικο ἔχει αὐτός ἀπ᾽ τούς ἄλλους σταυρούς, τούς φωτεινούς. Σάν νά ἔχη ψυχή, τήν καλεῖ νά ἔλθη κοντά του. Κι ὅσο ἀνέβαινε τά σκαλάκια, δυνάμωνε καί μιά μελωδία γλυκειά ἀπ᾽ τόν Ἑσπερινό πού ἐτελεῖτο στό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στό δεύτερο ὄροφο. Φῶς Ἱλαρόν Ἁγίας Δόξης Ἀθανάτου Πατρός… Στή γλῶσσα της… Αὐτό ἦταν. Δέν ἦταν βίαιο. Ἦταν ἤρεμο, γαλήνιο, μά ἐπίμονο. Κάτι ράγισε μέσα της καί ἡ μελωδία τήν πλημμύρισε.

Κατηχήθηκε ἀπ᾽ τή θεολόγο πρεσβυτέρα. Ἠρέμησε ἡ ψυχή της. Ἔφυγαν οἱ ἀνησυχίες της. Ἔγινε διδακτή Θεοῦ. Ζήτησε νά γίνη κι αὐτή σάν τήν ἐγγονή της, ὀρθόδοξη. Ὁρίσθηκε ἡ ἡμέρα τῆς βαπτίσεως. Ἔγινε στά μέτρα της καί ὁ βαπτιστικός χιτώνας. Καί τήν παραμονή, σούρουπο πάλι, ἡ γιαγιά ἀνηφορίζει τά σκαλάκια μ᾽ ἕνα δεματάκι στά χέρια. Τό φέρνει στόν π. Δανιήλ:

—Πάτερ, κάψτε τα ὅλα αὐτά. Εἶναι τά βουδιστικά μου. Σατανικά; Οὔτε πού ξέρω. Ὅλη τή ζωή μου τά πίστευα, ὅμως, τώρα εἶναι ἄχρηστα. Τώρα γιά μένα ὑπάρχει τό Ἕνα, ὁ Χριστός. Αὐτός εἶναι πιά ἡ ζωή μου.

Τήν ἄλλη ἡμέρα ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί. Ἡ βάπτισι ἔγινε μέσα σέ ἀτμόσφαιρα ἱερῆς χαρᾶς. Ἄλλο ἕνα πρόβατο στό ποίμνιο τοῦ Πουσάν. Δίπλα στή Χαρμονή λάμπει ἡ μικρή ἐγγονή της, ἡ γέφυρα τήν ὁποία πέρασε ἡ γιαγιά, γιά νά διαβῆ στή “Χαρμονή τοῦ Χριστοῦ”.

Καί τελειώνει τό “ἐνημερωτικό σημείωμα” τῆς ἀδελφῆς διακόνισσας: “Πῶς κηρύσσεται σήμερα τό Εὐαγγέλιο στίς χῶρες τῆς ἱεραποστολῆς; Μά τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα, μέ χίλιους δύο τρόπους, ὁδηγεῖ τίς ψυχές στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως ἔγινε μέ τή γιαγιά στό Πουσάν τῆς χώρας τῆς Πρωϊνῆς Γαλήνης, τῆς Κορέας».

Ἀπό το βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Ὁ Ἧχος τῶν Θεϊκῶν Βημάτων, ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός (τηλ. 2108220542, 6978461846), Ἀθήνα 2011

Πηγή:


KOREA OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΕΑ

<>

Η μεταστροφή του Αμερικανού π. Αθανασίου Kone και της οικογένειάς του από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

Σύγχρονο θαύμα του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας μέσω του π. Σεραφείμ Rose της Καλιφόρνιας, ΗΠΑ

Το 1741 η ρωσική εξερευνητική αποστολή των Βίτους Μπέριγκ και Αλεξέι Τσιρικώφ ανακάλυψε τις Αλεούτες Νήσους και έδωσε το έναυσμα για την αποίκιση της αχανούς εκτάσεως της Αλάσκας. Σύντομα κατέφθασαν έμποροι, κυνηγοί γουνοφόρων ζώων και τυχοδιώκτες κάθε λογής, άπληστοι για τα πλούτη της περιοχής, και στα βήματα τους ακολούθησαν θαρραλέοι ιεραπόστολοι, οι όποιοι, αψηφώντας τους κινδύνους, το δριμύ κλίμα και την εχθρότητα των αποίκων, ήλθαν για να σπείρουν τον σπόρο του Ευαγγελίου μεταξύ των ιθαγενών. Αυτοί οι ιεραπόστολοι ίδρυσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία του Νέου Κόσμου την στερέωσαν στον βράχο της πίστεως και την κόσμησαν με τα δάκρυα της ασκήσεως και το αίμα του μαρτυρίου.

Ό όσιος πατήρ ημών Γερμανός, ο όποιος εκάρη μοναχός το 1783 στην ονομαστή Μονή Βαλαάμ στις όχθες της λίμνης Λατόγκα, ήταν ένας άπ’ αυτούς τους αξιοθαύμαστους ιεραποστόλους. Με ζήλο υποτάχθηκε στον άγιο ηγούμενο Ναζάριο, πού τον έστειλε, μαζί με άλλους τρεις ιερομόναχους, το 1793, για ιεραποστολή στην Αλάσκα. Υπέστησαν οδοιπορία στις αχανείς παγωμένες εκτάσεις, πηγαίνοντας από νησί σε νησί με σαθρά πλεούμενα, κήρυτταν αδιάκοπα τα λόγο του Ευαγγελίου, προτρέποντας τους ιθαγενείς να κάψουν τα είδωλα τους, να εγκαταλείψουν την πολυγαμία και τα παγανιστικά ήθη τους για να ασπασθούν τα ευαγγελικό ήθος και να λάβουν τον φωτισμό του αγίου Βαπτίσματος.

Γενικά, τους επιφυλασσόταν καλή υποδοχή· ορισμένοι όμως ιθαγενείς, παρακινούμενοι από σαμάνους μάγους, αντιστέκονταν στο κήρυγμα και συμπεριφέρονταν με εχθρότητα στους ιεραποστόλους. Κάποιοι ιεραπόστολοι βρήκαν μαρτυρικό τέλος και οι υπόλοιποι έφυγαν πίσω για τη Ρωσία. Ό άγιος Γερμανός όμως παρέμεινε, μόνος πλέον στο ιεραποστολικά αυτά έργο. Εγκαταστάθηκε στην τότε ακατοίκητη νησίδα Έλατόνησο (σημ. Spruce Island ) κοντά στα Κόντιακ, την οποία μετονόμασε «Νέο Βαλααμ» και μιμούμενος τον τρόπο των αρχαίων Πατέρων έγινε «Ιεραπόστολος» με την υψίστη έννοια της λέξεως· κάνοντας με την πολιτεία του να ακτινοβολήσει ή εικόνα της Βασιλείας των ουρανών. Αποσύρθηκε εν εαυτό και εν Θεώ σε ένα μικρά κελλί φτιαγμένο άπα σανίδια, δίχως καμία άνεση, εκτεθειμένος σε όλα τα στοιχεία της φύσεως, με νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή και σκληρή εργασία. Συγχρόνως προσέφερε το γνήσιο λόγο του Ευαγγελίου και τη φιλανθρωπική βοήθεια στους ιθαγενείς, βαπτίζοντας τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αντιμετώπισε ακόμα διωγμό, συκοφαντία και ξυλοδαρμό άπα κάποιους Ιθαγενείς. Έκοιμήθη εν ειρήνη στις 13 Νοεμβρίου τα 1835, σε ηλικία 81 ετών.

Ό όσιος Γερμανός παραμένει ολοζώντανος για τους Χριστιανούς της Αλάσκας και για την Ορθόδοξο Εκκλησία της Αμερικής, με τα θαύματα του. Σήμερα δυο ορθόδοξα μοναστήρια συνεχίζουν των αγώνα του αγίου Γερμανού στα νησί του Spruce. Παραθέτουμε ένα σύγχρονο θαύμα του αγίου, το όποιο (και με τη σημμετοχή του π. Σεραφείμ Rose) οδήγησε τον πρώην προτεστάντη Αθανάσιο Κοne και την οικογένεια του στην Ορθοδοξία. Σήμερα ο Αθανάσιος Κone, ή σύζυγος του και τα παιδιά του είναι πιστά μέλη μιας ενορίας στην πολιτεία του Washington των ΗΠΑ.

Αφήγηση Αθανασίου Kone:

Το 2003 ζούσα με την σύζυγο μου και την δίχρονη κόρη μου στο νησί του Κόντιακ της Αλάσκας. Εκείνο τον καιρό ήμουν πολύ απασχολημένος με την προτεσταντική ιεραποστολή στο νησί. Είχα μελετήσει την προτεσταντική θεολογία και ήμουν καλά καταρτισμένος ώστε να γίνω πάστορας.

Δούλευα ανάμεσα στους ιθαγενείς της Αλάσκας, οι όποιοι ήταν όλοι Ορθόδοξοι, άλλα εγώ ως προτεστάντης θεωρούσα την Ορθοδοξία ως μια ασήμαντη και διαλυμένη θρησκεία συνυφασμένη με το παρελθόν.

Το καλοκαίρι του 2003, υπηρέτησα ως διευθυντής προτεσταντικής κατασκηνώσεως της περιοχής των Νησιών Κόντιακ.

Ήταν ένα πολύ δημοφιλές και επιτυχημένο πρόγραμμα, κοντά στην υπέροχη ακτή της θαλάσσης Pestrikoff στο νησί του Spruce. Κατά τη διάρκεια της κατασκηνωτικής περιόδου αποφασίσαμε να κάνουμε ένα περίπατο στο ασκηταριο του αγίου Γερμανού της Αλάσκας. Καθώς περπατούσαμε στο μονοπάτι κατευθυνόμενοι προς το ναό, ξαφνικά μια υπέροχη εύωδία γέμισε την ατμόσφαιρα. Μύριζε κάτι ανάμεσα σε τριαντάφυλλο ή θυμίαμα, αλλά δεν θύμιζε ούτε το ένα ακριβώς ούτε το άλλο. Ή γυναίκα μου, μου είπε:

— Μυρίζω κάτι σαν θυμίαμα. Είχα την εντύπωση ότι οι μοναχοί δεν μένουν εδώ αλλά στην άλλη πλευρά του νησιού.

— Ναι, της απάντησα, δεν μένει κανείς εδώ.

Καταλάβαμε πώς κάτι παράδοξο συνέβαινε. Η ευωδία πότε ήταν πολύ έντονη και πότε όχι. Δύο λεπτά αργότερα μια ομάδα ανθρώπων ήλθε από την κατασκήνωση. Καθώς μας προσπερνούσαν, ένας από τους ιθαγενείς γέροντες μας ρώτησε τι συμβαίνει.

Εξηγήσαμε και σ’ αυτόν αλλά και στους υπόλοιπους τι γινόταν, όμως κανείς τους δεν μύριζε τίποτε. Μετά από λίγο, καθώς εξερευνούσαμε το χώρο, μια ιθαγενής γυναίκα (η Judy Simeonoff) ρώτησε την κόρη μου αν ήθελε να δοκιμάσει νερό από το άγιασμα του αγίου. Βεβαίως ή κόρη μου έφυγε τρέχοντας ξοπίσω της. Εγώ δεν είχα καμιά πρόθεση να πιω από το άγιασμα, μιας και μόνο ή σκέψη ότι το νερό μπορούσε να έχει «ιδιαίτερες δυνάμεις» ήταν ακατανόητη για την προτεσταντική μου λογική. Άλλα μιας και ήπιε ή κόρη μου, ήπια και εγώ.

Το ίδιο έκανε και ή σύζυγος μου. Την ήμερα εκείνη ή σύζυγος μου είχε ένα πολύ δυνατό πονοκέφαλο και είπε ότι όταν ήπιε το άγιασμα ο πονοκέφαλος εξαφανίστηκε.

Δεν μπορούσα να ερμηνεύσω όλα όσα συνέβησαν στο νησί του Spruce… Ως προτεστάντες ή σύζυγος μου και εγώ τα ερμηνεύσαμε με το μόνο τρόπο που μπορούσαμε, λέγοντας δηλαδή ότι ήταν το άγιο Πνεύμα και ότι ο άγιος Γερμανός ήταν άνθρωπος της προσευχής. Τίποτα από τις εμπειρίες αυτές δεν μας ωθούσε να σκεφτούμε να γίνουμε Ορθόδοξοι. Ήταν εύκολο απλώς να εκλογικεύσουμε τα πράγματα.

Όμως λίγο καιρό αργότερα είδα ένα παράξενο όνειρο. Στο όνειρο είδα πολλά πρόσωπα από την Ορθόδοξη ακαδημία του αγίου Ιννοκέντιου της Αλάσκας να προσεύχονται για μένα και εγώ να κλαίω γοερά… Τότε μου παρουσιάστηκε ένας ιερέας. Φορούσε το μαύρο ράσο, είχε μια ατημέλητη γενειάδα και το πρόσωπο του έλαμπε. Μου είπε ότι ονομάζεται Seraphim Rose. Και ξεκίνησε να μου λέει πολλά πράγματα από την ζωή μου και ότι επί πλέον είχα μια κλίση από τον Θεό να γίνω Ορθόδοξος και μάλιστα ιερέας. Εγώ άρχισα να διαφωνώ μαζί του, λέγοντας του ότι δεν ήθελα να γίνω Ορθόδοξος και να φορέσω το μαύρο ράσο και το μαύρο καπέλο.

Πριν να δω το όνειρο αυτό δεν είχα ακούσει καμία φορά το όνομα Seraphim Rose. Σαν προτεστάντης δεν αισθανόμουν άνετα με το να με επισκέπτονται ιερείς στον ύπνο μου· προ παντός ένας που είχε πεθάνει, γιατί αυτό είχα συμπεράνει για εκείνον τον ιερέα. Συνήθως τα όνειρα μ’ αφήνουν αδιάφορο, όμως εκείνο το όνειρο ούτε μπορούσα να το ξεχάσω αλλά ούτε και να το αγνοήσω. Μου ερχόταν πολύ συχνά στο μυαλό. Την επόμενη μέρα πήγα να βρω έναν Ορθόδοξο ιερέα, πού ήδη γνώριζα, τον π. Παΐσιο, τον διευθυντή της ακαδημίας του αγίου Ιννοκέντιου.

Κάθισα στο γραφείο του και του είπα πώς είχα αρχίσει να χάνω τα λογικά μου. Τον ρώτησα αν γνώριζε κανέναν ιερέα με το όνομα Seraphim Rose. Ο π. Παΐσιος αμέσως χάρηκε και μου είπε πώς τον γνωρίζει δίνοντας μου ένα μεγάλο βιβλίο για την ζωή του. Τότε του διηγήθηκα το όνειρο μου.

Πήρα σπίτι το βιβλίο αυτό και άρχισα να το διαβάζω το Σαββατοκύριακο. Θαύμασα
την ζωή του π. Σεραφείμ. Ήταν μια Ορθοδοξία πού αγνοούσα. Το κυριότερο πράγμα πού με εντυπωσίασε ήταν ο τρόπος με το όποιο ο π. Σεραφείμ άφησε τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες να αποτυπώσουν την σκέψη τους και τον τρόπο ζωής τους πάνω του.
Δεν μπορούσα με την λογική μου να καταλάβω όλα όσα γίνονταν. Όλα όμως είχαν επηρεάσει βαθειά την ψυχή μου.

Άρχισα να ρωτάω για να μάθω ότι μπορούσα και να διαβάζω βιβλία. Πήγα ακόμα και στην σκήτη του αρχαγγέλου Μιχαήλ στο νησί Spruce για ένα Σαββατοκύριακο. Μου έκανε πολύ εντύπωση ή πνευματική ατμόσφαιρα εκεί. Όταν εισήλθα στους χώρους της μονής, αισθάνθηκα να με διακατέχει μια πραγματική ειρήνη. Όλα επηρέασαν βαθειά το νου μου.
Τόσο ή σύζυγος μου όσο κι εγώ ήμασταν αφοσιωμένοι στην τοπική προτεσταντική εκκλησία και έτσι αυτό πού ξανοιγόταν μπροστά μας, μια σχέση με την ορθοδοξία, δεν ήταν κάτι πού αναζητούσαμε.

Αντιθέτως, επειδή πιστεύαμε ότι είχαμε «τακτοποιήσει» την ζωή μας, ή ιδέα και μόνο μας αναστάτωνε. Όταν ένας καλός μου φίλος μου είπε ότι δεν γίνεται να κατανοήσω την Ορθοδοξία χωρίς να προσεύχομαι, άρχισα να διαβάζω το Ορθόδοξο μικρό απόδειπνο. Τρεις μήνες μετά διάβαζα μια προσευχή του Μεγάλου Βασιλείου και κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος μέσα σε 25 μόνο γραμμές είχε συνοψίσει τα αναγκαία στοιχεία πού χρειαζόμαστε να έχουμε, προκειμένου να πλησιάσουμε τον Θεό. Θυμάμαι τον εαυτό μου να σκέφτεται, για πρώτη φορά, πώς αυτός ο άνθρωπος πραγματικά είχε γνωρίσει τον Θεό και πώς ίσως εγώ δεν τον έχω γνωρίσει ακόμη.

Την Πεντηκοστή του 2006, υστέρα από πολλές δοκιμασίες στην προετοιμασία μας για να γίνουμε Ορθόδοξοι, ή σύζυγος μου, ή κόρη μου και εγώ βαπτιστήκαμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Σιλουανού στο Walla Walla της Washington.

Εξιστορώντας όλες τις «επισκέψεις» των αγίων πού βιώσαμε και πού γίνανε για μας το εφαλτήριο μιας νέας πορείας προς την Εκκλησία, θα ήθελα να προσθέσω ότι αυτά δεν μας συνέβησαν επειδή αποτελούσαμε κάτι το ιδιαίτερο στα μάτια του Θεού.

Ήταν απλώς το έλεος του Θεού. Πιστεύω όμως πώς ήξερε ο Θεός τι δυσκολίες και τι θλίψεις θα αντιμετωπίζαμε καθώς θα γινόμασταν Ορθόδοξοι και γι` αυτό ήθελε να μας στερέωση στην πίστη ότι ή Ορθοδοξία είναι ή πραγματική και ή δική Του Εκκλησία.

Ως μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, βρήκαμε ένα πνευματικό βάθος πού είναι πραγματικά εκπληκτικό, καθώς μαθαίνουμε να βιώνουμε τη ζωή της ταπεινώσεως μέσα στην Εκκλησία.
Ή Ορθοδοξία είναι πολύ πιο πλήρης άπ’ ότι είχα ποτέ φανταστεί, με την πνευματική κληρονομιά των αγίων, τον πλούτο των διδασκαλιών τους, την σοφία της Εκκλησίας, τις εορτές, την προσευχή.

Επικαλούμαι συχνά την βοήθεια του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας και του π. Σεραφείμ (πόσο στ’ αλήθεια έχω ξεφύγει από τις προτεσταντικές μου συνήθειες!), να μας κρατήσει στην «βασιλική οδό» της Εκκλησίας.

Από το Περιοδικό Σπίθα, Απρίλιος 2010, THE ORTHODOX WORD, Nο. 254, σσ. 143-147, Μτφρ.: Ι. Μονή Αγ. Αυγουστίνου Φλωρίνης

Πηγή:


USA OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

<>

Η μεταστροφή ενός Αμερικανού από τον από τον Βουδισμό στην Ορθοδοξία

Από τα Βουδιστικά μοναστήρια
του Θιβέτ, Μοναχός στα Ορθόδοξα Μοναστήρια της Αμερικής

«Βρέθηκα περιστοιχισμένος ἀπ’ τίς πέντε ψηλότερες κορυφές τῶν Ἱμαλαΐων, στά 14.000 πόδια ὑψόμετρο. Χάζευα τήν ὀροσειρά Annapurna καθώς ἀνέτειλε πάνω της ὁ ἥλιος. Τό ταξίδι μου στό Nepal εἶχε ἀρχίσει πρίν λίγες ἑβδομάδες καί τό ἀποκορύφωμά του ἦταν αὐτό. Στεκόμουν ἔκθαμβος ἑνώπιον τῆς ἀδιάφθορης ὁμορφιᾶς πού ἁπλωνόταν πάνω ἀπό μένα, ὅταν μιά σκέψι τρύπωσε στό νοῦ καί δέν ἔλεγε νά φύγη: “Αἴ καί, λοιπόν, ποιός ὁ σκοπός;”. Ὁ ἐγωϊσμός μου ἀμέσως ἀνταπάντησε στό τυχαῖο αὐτό σχόλιο: “Ποιός ὁ σκοπός; Τί ἐννοεῖς, ποιός ὁ σκοπός; Ὁ σκοπός εἶναι πώς ἔκανες τόση πεζοπορία γιά νά δῆς αὐτά τά βουνά. Λοιπόν, ἀπόλαυσέ τα τώρα!”. Καί, ὅμως, ἡ σκέψι ἐκείνη ταλάνιζε τό νοῦ μου. Ναί, ἦταν ὄντως ἀπ’ τά ὡραιότερα θεάματα τά ὁποῖα εἶχα δεῖ ποτέ καί χαιρόμουν τή στιγμή αὐτή, ἀλλά, ποῦ θά βρίσκωνται τά συναισθήματα αὐτά αὔριο, πού δέν θά εἶμαι πιά τόσο πολύ ἐμπνευσμένος; Ἡ χαρά τοῦ κόσμου αὐτοῦ ποτέ δέν μπόρεσε νά μοῦ δώση ἱκανοποίησι. Θά ἔπρεπε νά τό εἶχα ἀντιληφθῆ κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς μου, ἀλλά χρειάσθηκε νά σκαρφαλώσω στήν κορυφή τοῦ κόσμου γιά νά τό παραδεχθῶ. Κι αὐτό ἀκριβῶς, ἦταν τό πρῶτο βῆμα μου πρός τό Χριστό καί τήν Ὀρθοδοξία.

Μέχρι ἐκεῖνο τό σημεῖο, ὁλόκληρη ἡ ἐνήλικη ζωή μου ὑπῆρξε κοσμική, ἀφιερωμένη στήν ἀπόλαυσι ποικίλων παθῶν. Εἶχα ἀποφοιτήσει ἀπ’ τό Παν/μιο στά 21 μου χρόνια, μέ σχέδια νά γίνω ἐπιχειρηματίας, ἐνῶ παράλληλα θά ἐπιδίωκα καρριέρα στή ζωγραφική. Ἐντός ἑνός ἔτους, φάνηκε πώς πλησίαζα νά πετύχω τόν στόχο μου. Ζοῦσα τότε στό Λονδίνο, ἀπασχολούμενος ἀπ’ τήν ἑταιρεία IBM. Ἡ ἐργασιακή μου θέσι ἦταν ἐξασφαλισμένη καί μιά προαγωγή ἦταν καθ’ ὁδόν. Ἡ προσωπική μου ζωή ἔμοιαζε μ’ αὐτή τῶν περισσοτέρων τῆς γενιᾶς μου: περιστασιακές σχέσεις, κυνῆγι τῆς ἀνέσεως καί συνεχεῖς περισπασμούς, γιά νά προστατεύω τόν ἑαυτό μου ἀπό τυχόν ἐνδοσκόπησι.

Περίπου τόν ἴδιο καιρό, ἡ ἀδελφή μου ἔγινε Ὀρθόδοξη μοναχή στήν Ἀλάσκα. Ἄν αὐτό ἦταν σύμπτωσι ἤ ὄχι, δέν εἶμαι βέβαιος. Πάντως, ἀπό ἐκείνη τή στιγμή καί μετά, τό πάθος μου γιά ἐγκόσμιες ἀναζητήσεις ἄρχισε νά φθίνη. Ἐξετάζοντας τούς συνεργάτες μου, ἔβλεπα πώς κανείς τους δέν φαινόταν πραγματικά χαρούμενος ἤ ἱκανοποιημένος. Ἐκείνη ἡ διαφεύγουσα ποιότητα τῆς ἱκανοποιήσεως ποτέ δέν βρισκόταν ἐκεῖ, ἀλλά πάντοτε, σαγηνευτικά, μᾶς περίμενε μετά τή στροφή. Ταξίδια, ἀθλήματα, ποτά με τά “παιδιά”... ὅλα αὐτά φάνταζαν περισσότερο καθημερινά μέρα μέ τή μέρα. Κάθε Δευτέρα, ἡ ἴδια ἐρώτησι: “Πῶς πῆγε τό Σαββατοκύριακό σου;”. Κάθε Παρασκευή πάλι: “Τίποτε σχέδια γιά τό
Σαββατοκύριακο αὐτό;”. Τό Λονδίνο γινόταν ὅλο καί πιό γκρίζο καί τό σιγανό, ἐπίμονο ψιλόβροχο ποτέ δέν κατάφερε νά ξεπλύνη ὁλότελα τή βρωμιά...

Γύρισα ὅλη τήν Ἀσία, ἀπ’ τό Vietnam μέχρι κάτω στή Σιγκαπούρη, χωρίς κανένα σαφῆ προορισμό κατά νοῦν. Ὁ ἐνθουσιασμός γιά νέους τόπους καί συνταξιδιῶτες μέ ἀποσποῦσε τόν περισσότερο καιρό, ὅμως, πρίν πάω γιά ὕπνο, ὁ βουβός πόνος τῆς κενότητος πάντα ἐπέστρεφε. Συνέχιζα νά ἀναζητῶ διακαῶς ἐκεῖνο τό στοιχεῖο πού ἔλειπε ἀπ’ τή ζωή μου. Ταξίδεψα ὥς τίς πιό ἀπόμερες τοποθεσίες τῶν Βουδιστῶν καί τῶν Ἰνδουϊστῶν. Μέχρι νά φθάσω ἐκεῖ, εἶχα ἤδη προγραμματίσει τόν ἑπόμενο σταθμό τοῦ ταξιδιοῦ μου. Διασχίζοντας τή Βιρμανία, ἐπισκέφθηκα ἕνα ναό ἔξω ἀπ’ τήν πόλι Μανταλάη. Χιλιάδες σκαλοπάτια πάνω στή πλαγιά τοῦ βουνοῦ ὁδηγοῦσαν στό ναό πού ἀγνάντευε πάνω ἀπό ὁλόκληρη τήν πόλι. Καθώς ἄρχισα νά ἀνηφορίζω, ἀντιλήφθηκα ἕνα Βουδιστή μοναχό νά προχωράη δίπλα μου, συντονισμένος μέ τό δικό μου βῆμα. Ἦταν πενηντάρης, κοντός, κάπως παχουλός, μ’ ἕνα ροδαλό, χαρούμενο παρουσιαστικό. Μοῦ συστήθηκε καί συνεχίσαμε τήν ἀνάβασί μας. Φθάνοντας στήν κορυφή, καθίσαμε σ’ ἕνα τειχίο τοῦ ναοῦ νά κουβεντιάσουμε, καθώς ὁ ἥλιος βασίλευε πάνω ἀπ’ τή Μανταλάη. Ἀφοῦ εἴπαμε τά τυπικά, εὐχάριστα εἰσαγωγικά μας, γύρισα τήν κουβέντα στήν πολιτική κατάστασι τῆς Βιρμανίας (ἡ χώρα αὐτή βρίσκεται ὑπό ἕνα σκληρό στρατιωτικό καθεστώς, ὅπου δολοφονήθηκε μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ὕστερα ἀπό ἀναταραχές ἐνάντια στίς διαβρωμένες πολιτικές, στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1980). Ἀναστέναξε καί μοῦ ἔρριξε μιά ἀπογοητευμένη ματιά, λέγοντας: “Γιατί θέλεις νά μιλήσουμε γι’ αὐτό τό θέμα;”. Μουρμούρισα κάποια δικαιολογία γιά νά καλύψω τόν πραγματικό λόγο τῆς ἐρωτήσεως, ὁ ὁποῖος ἦταν ἡ ἐπίδειξι πώς ἔχω ἄποψι ἐπί σοβαρῶν θεμάτων. Ἐκεῖνος γύρισε τήν κουβέντα πρός μιά τελείως ἀλλοιώτικη κατεύθυνσι. “Τήν περασμένη ἑβδομάδα, εἶδα μιά ταινία μέ τίτλο Ἰησοῦς ἀπ’ τή Ναζαρέτ. Τί ὑπέροχη ζωή!”. Γιά τά ἑπόμενα δέκα λεπτά, ἐξυμνοῦσε τίς ἀρετές τοῦ Χριστοῦ. Προσηλυτιζόμουν ἀπό ἕνα Βουδιστή μοναχό, ὄχι γιά νά μεταστραφῶ στή δική του θρησκεία, ἀλλά στό Χριστιανισμό! Μέ ἀποστόμωσε... Εἶχα μιά ἰδέα τοῦ ἑαυτοῦ μου, πώς βρίσκομαι πολύ πιό πάνω ἀπ’ τό Χριστιανισμό, ἀπ’ τόν καιρό κατά τόν ὁποῖο πήγαινα στό γυμνάσιο καί νά σου τώρα ἕνα παγανιστής πού μοῦ ξαναδίνει πίσω αὐτά τά ὁποῖα εἶχα ἀπορρίψει. Ἐξαιτίας τῶν λόγων ἑνός ἁπλοϊκοῦ Βιρμανοῦ μοναχοῦ, ἀφυπνίσθηκα στό ἐνδεχόμενο νά ὑπάρχη κάτι περισσότερο στό Χριστιανισμό ἀπ’ τό ἐξωτερικό περίβλημα τό ὁποῖο εἶχα ἀπορρίψει. Δέν εἶχα ἀκόμα νοιώσει τήν ἀνάγκη ἐκείνη τή στιγμή νά κάνω σοβαρή ἐξερεύνησι τοῦ Χριστιανισμοῦ, πάντως τό ἔδαφος τοῦ φυτωρίου ἑτοιμαζόταν.

Πέρασε λίγος καιρός καί προχώρησα στό Nepal, ὅπου θά συναντιόμουν μέ κάτι φίλους γιά μιά ἐκστρατεία πεζοπορίας στά Ἱμαλάια. Ἔφθασα λίγο πρίν ἀπ’ αὐτούς, ἔτσι ἀποφάσισα νά μείνω ἐντωμεταξύ σ’ ἕνα Βουδιστικό μοναστήρι στό Θιβέτ. Βρῆκα ἕνα, σέ μικρή ἀπόστασι ἀπ’ τό Katmandu, πού πρόσφερε μαθήματα στά Ἀγγλικά. Πῆγα ἐκεῖ σάν πολιτιστικός τουρίστας, γευόμενος ἔτσι τό ἑπόμενο πιάτο στό μπουφέ τῶν ποικίλων θρησκειῶν τοῦ κόσμου.

Ἔφθασα, γεμάτος σκεπτικισμό γιά τά πάντα, περιμένοντας νά βρῶ πολλούς “φευγάτους” νεο-εποχίτες ἐκεῖ μέσα. Μετά τίς πρῶτες λίγες μέρες, οἱ γνῶμες μου ἄλλαξαν ἐντελῶς. Ἐδῶ δέν ἦταν καμμία “ἀναπαυτική” χιλιαστική θρησκεία. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί στ’ ἀλήθεια ἔπασχαν νά ἀποκτήσουν τήν ἀλήθεια. Πρός μεγάλη μου ἔκπληξι, ἔμαθα πώς πίστευαν στήν ὕπαρξι κολάσεως. Μά, ποιός ἄνθρωπος σ’ αὐτή τή μοντέρνα ἐποχή πιστεύει στήν κόλασι; Καί, ὅμως, γιά τούς ἀνθρώπους αὐτούς, ἡ κόλασι ἦταν ἡ φυσική κατάληξι μιᾶς σπαταλημένης ζωῆς. Κατακυριεύθηκα ἀπό περιέργεια. Ἄρχισα νά ἀκούω πιό προσεκτικά, καθώς ἀνέλυαν τίς παραιτέρω διδαχές. Ὁ πυρήνας τῆς θρησκείας εἶναι ἡ ἰδέα πώς ὅλα τά ὄντα ζοῦν σ’ ἕνα παροδικό κόσμο ἐπιθυμιῶν καί δοκιμασιῶν. Κάθε δοκιμασία πηγάζει ἀπ’ τό κυνήγημα τῶν προσωρινῶν πραγμάτων: ἀντ’ αὐτοῦ, πρέπει νά στραφοῦμε πρός αὐτά τά ὁποῖα εἶναι μόνιμα, ὅπως ἡ ἀλήθεια. Ὁ μόνος τρόπος νά τό ἀποκτήσουμε αὐτό, εἶναι νά πάψουμε νά γαντζωνώμασθε πάνω στό ἐγώ μας καί νά ζοῦμε γιά τούς ἄλλους. Ὁ μόνος τρόπος μέ τόν ὁποῖο μποροῦμε ἐμεῖς νά ἀποκτήσουμε τή χαρά, εἶναι ὅταν βάλουμε τή χαρά τῶν ἄλλων πάνω ἀπ’ τή δική μας. Ἀποσβολώθηκα! Μετά ἀπό 27 χρόνια πού συνεχῶς ἀκοῦς: “Κάνε, ὅ,τι αἰσθάνεσαι νά εἶναι εὐχάριστο”, οἱ Θιβετιανοί μοῦ ἔλεγαν τώρα πώς αὐτά τά ὁποῖα σοῦ δίνουν εὐχαρίστησι θά σέ κάνουν μᾶλλον δυστυχῆ σ’ αὐτή τή ζωή ἤ τήν ἑπομένη. Ἡ ἰδέα αὐτή μοῦ φάνηκε τόσο ἐπαναστατική, καί, ὅμως, κάτι μοῦ ἔλεγε πώς τήν εἶχα ξανακούσει, κάπου, παλαιότερα...

Μετά ἀπό λίγες ἑβδομάδες στό μοναστήρι, ἔφυγα μέ τούς φίλους μου, πού ἐντωμεταξύ εἶχαν φθάσει στό Nepal. Πήραμε ἕνα λεωφορεῖο ὑπεραστικό καί μετά ἀρχίσαμε τήν πεζοπορία μας στήν ὀροσειρά Annapurna. Μέ τά σακίδιά μας γεμάτα, σκαρφαλώσαμε μέχρι τά 14.000 πόδια μέσα σέ 2 ἑβδομάδες. Τό τοπίο ἦταν ἀπερίγραπτο, τό περιβάλλον ἄλλαζε, ἀπό γόνιμες πεδιάδες, σέ πυκνά δάση, σέ χιονοσκέπαστες κορυφές. Ἡ πεζοπορία ἦταν βαρετή μερικές φορές, καθόσον ἀνηφορίζαμε γιά 1.000m καί μετά φθάναμε στήν πεδιάδα, ὅπου κατηφορίζαμε τήν ἴδια ἀπόστασι. Ἡ ὁμορφιά τῆς δημιουργίας ἦταν μέν ἐκπληκτική, ὅμως, κάθε βράδυ ὅταν ἔπεφτα γιά ὕπνο, ἐκεῖνο τό παλαιό συναίσθημα πώς κάτι μοῦ λείπει ξαναεμφανιζόταν. Πίστευα πώς θά ἐξαφανιζόταν, μόλις θά ἔφθανα στούς πρόποδες τοῦ Annapurna.

Φθάσαμε στόν προορισμό μας κάποιο ἀπόγευμα, λαχανιάζοντας καί ἀρκετά ἀπογοητευμένοι. Ὁλόκληρη ἡ περιοχή ἦταν βυθισμένη σ’ ἕνα ἀνάχωμα νέφους, ἐντός τοῦ ὁποίου βρεθήκαμε κι ἐμεῖς. Ἐξερευνήσαμε τούς παγετῶνες καί περάσαμε τήν ὥρα μας σκυμμένοι πάνω ἀπό μιά σόμπα σέ μιά μικρή καλύβα. Ἔφθασε τό βράδυ, ἀλλά δέν φαινόταν νά διαλύεται τό σύννεφο. Πήγαμε γιά ὕπνο καί ξυπνήσαμε λίγο πρίν τήν ἀνατολή, διαπιστώνοντας πώς ὁ καιρός εἶχε ἀνοίξει. Βγῆκα ἔξω καί τά μάτια μου ἀντίκρυσαν ἕνα ἀπ’ τά πιό καταπληκτικά θεάματα τοῦ κόσμου. Ἀργά-ἀργά, ὁ ἥλιος ἀνέτειλε πάνω ἀπ’ τήν κορυφή τοῦ κόσμου καί πίστευα πώς ἄν ἅπλωνα τό χέρι, θά τόν ἀκουμποῦσα. Ἐκείνη τή στιγμή, ξεπρόβαλλε πάλι ἐκείνη ἡ ποταπή σκέψι στό νοῦ: “Ποιός ὁ σκοπός;”. Τότε ἄστραψε μέσα μου ὁ λόγος: ὁλόκληρο αὐτό τό ταξίδι εἶχε γίνει γιά τήν προσωπική μου εὐχαρίστησι. Μόλις θά ἔφευγε ἐκεῖνος ὁ στιγμιαῖος ἐνθουσιασμός, θά ἐπανερχόμουν στήν πρότερη, κανονική μου κατάστασι. Βασανίσθηκα μέ φουσκάλες, πονεμένα γόνατα, ἐντερικά καί γιά ποιό σκοπό; Γιά νά δῶ ἕνα τιμημένο, ἀλλά τελικά ἕνα ἀκόμα... ὄμορφο τοπίο. Λοιπόν; Μήπως αὐτό μέ εἶχε βελτιώσει σάν ἄνθρωπο ἤ μήπως βοηθήθηκε κάποιος ἄλλος; Ὄχι. Εἶχε ἁπλῶς ταΐσει τόν ἐγωϊσμό μου. Εἶχα συγκεντρώσει ἐξαιρετική τροφή γιά κουβέντα σέ φιλικά parties. Ποῦ πῆγαν ὅλα τά ὑψηλά Βουδδιστικά ἰδανικά μου; Ἐκείνη τή στιγμή, διέκρινα πώς ἡ ζωή μου ἔπρεπε νά ἀφιερωθῆ σέ κάποια ὑψηλότερη ἀρχή ἀπ’ τίς ἐπίγειες ἀπολαύσεις. Ἀποφάσισα νά ἐπιστρέψω στό μοναστήρι.

Πέρασα τούς ἑπόμενους λίγους μῆνες μελετώντας Βουδδιστική φιλοσοφία τοῦ Θιβέτ καί τεχνικές διαλογισμοῦ. Πάλι, ὅμως, ὑπῆρχαν ὁρισμένα στοιχεῖα πού δυσκολευόμουν νά δεχθῶ. Τό δόγμα περί Karma φαινόταν νά μήν ἀφήνη περιθώρια γιά ἐλεύθερη βούλησι στόν ἄνθρωπο. Οἱ ἀποφάσεις γιά τή διάπραξι καλοῦ ἤ κακοῦ πάντοτε κεβερνῶνται ἀπό προηγούμενες ἐνέργειες. Πῶς ἦταν δυνατόν νά ἀπαγκιστρωθῆ κανείς, ἄν ἡ κάθε ἀπόφασί μας εἶναι προκαθορισμένη; Ἄν κάποιος εἶχε ἁμαρτήσει πρό ἀμνημονεύτων χρόνων, καθώς πιστεύουν, πῶς θά μποροῦσε νά καθαρθῆ, μέσα σ’ ἕνα τόσο μικρό διάστημα ζωῆς; Κατά κάποιο τρόπο, αὐτό πού ἦταν πιό δύσκολο, ἦταν ὅτι φάνταζε τόσο λογικό. Λές καί εἶχε ἐπινοηθῆ ἀπό ἀνθρώπινο νοῦ. Πάντως, ἡ φιλοσοφία τῆς αὐτοθυσίας εἶχε ριζώσει μέσα μου, ἄσχετα ἄν εἶχα ἀμελήσει νά πράξω ἀνάλογα. Ἤξερα πώς δέν μποροῦσα πιά νά κάνω τή ζωή τήν ὁποία ἔκανα.

Ὅσο ἔμεινα στό Βουδδιστικό μοναστήρι στό Θιβέτ, ἄρχισα νά διαβάζω τό βιβλίο Οἱ Περιπέτειες ἑνός Προσκυνητῆ. Στόν προσκυνητή εἶδα τήν πραγμάτωσι τῆς αὐταπαρνήσεως καί συμπόνοιας τήν ὁποία εἶχα βρεῖ στό Θιβετιανικό Βουδδισμό, μόνο πού προερχόταν ἀπ’ τή Χριστιανική παράδοσι μέ τήν ὁποία εἶχα ἀνατραφῆ. Γιατί ἄραγε δέν εἶχα ἀκούσει γι’ αὐτά, μεγαλώνοντας μέσα στήν Καθολική Ἐκκλησία; Ἀκόμα πιό παράδοξο ἦταν τό γεγονός πώς ἡ ἀδερφή μου ἦταν Ρωσσο-Ὀρθόδοξη μοναχή, καί. ὅμως, ἐγώ δέν εἶχα ἰδέα γιά τίς μυστηριακές ἰδιότητες αὐτῆς τῆς θρησκείας. Ἀποφάσισα πώς ἴσως δέν εἶμαι ἕτοιμος νά γίνω Βουδδιστής καί πώς θά ἔπρεπε νά ἐρευνήσω τή δική μου κληρονομιά περισσότερο.

Ἀφοῦ δέχθηκα ἀρκετές ξυλιές στό κεφάλι, κατέληξα στό συμπέρασμα πώς ὅλα τά ταξίδια μου ἦταν μᾶλλον μάταια καί πώς ἔπρεπε νά γυρίσω στό σπίτι καί νά ρίξω ἄγκυρα. Εἶχα κάνει σχέδια νά συναντηθῶ μέ φίλους στήν Αἴγυπτο τά Χριστούγεννα, Ὅμως, βρῆκα μιά πιό φτηνή πτῆσι γιά Κων/πολι καί θεώρησα πώς θά ἦταν ἕνα πιό καλό σημεῖο ἀναχωρήσεως γιά Δυτική Εὐρώπη καί μετά Ἀμερική. Ὁ ἀερομεταφορέας ἦταν ἡ Aeroflot. Λίγες μέρες ἀργότερα, μοῦ ἦλθε ἡ ἔμπνευσι πώς ἡ ἀεροπορική ἑταιρία Aeroflot ἦταν Ρωσική καί πώς ἡ ἀδελφή μου ἔμενε στή Μόσχα. Σκέφθηκα, μήπως ὑπάρχει ἐνδιάμεση στάσι στή Μόσχα. Κατά τύχη ὑπῆρχε. Σέ λίγες μέρες, βρέθηκα μέ ἄδεια παραμονῆς τριῶν ἑβδομάδων καί visa γιά τή Ρωσία. Ἡ πτῆσι μου ἔφθασε στή Μόσχα τήν ἡμέρα τοῦ Ἁγ. Γερμανοῦ (τῆς Ἀλάσκας).

Μέ περίμενε στό ἀεροδρόμιο ἡ ἀδελφή μου καί ἐκεῖ ξεκίνησε ἡ 20ήμερη σειρά μαθημάτων-express γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ἄρχισε νά ἀνοίγεται ἕνας νέος κόσμος γιά μένα. Βρέθηκα σ’ ἕνα τόπο ὅπου οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν γιά τό Χριστό καί ἡ διαμεσολάβησι ἁγίων ἦταν ἕνα σύνηθες γεγονός. Ἐτοῦτο δέν ἦταν μιά κενή Χριστιανοσύνη, τήν ὁποία τήν ἔβλεπε κανείς σάν κοινωνική ὑποχρέωσι. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶχαν ὑπομείνει ἀπίστευτα βάσανα καί ταλαιπωρίες γιά τήν ἀλήθεια.

Ἄρχισα νά διαβάζω ὁλόκληρους τόμους γιά τήν Ὀρθοδοξία. Ἐπισκεπτόμουν ἐκκλησίες. Συζητοῦσα πολιτισμένα μέ τήν ἀδελφή μου τίς διαφορές μεταξύ τῶν ὅσων ὑποστηρίζουν ἡ Ὀρθοδοξία καί ὁ Βουδδισμός. Ἐκείνη ἐπανερχόταν στό ἴδιο σημεῖο: Ὁ Χριστιανισμός ἔχει τήν ἀλήθεια σέ μορφή ἑνός Προσώπου (σ.τ.μ.: τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ). Δέν μποροῦσα νά καταλάβω τή σημασία. Εἴτε ἦταν δύναμι, εἴτε ἦταν Πρόσωπο, δέν ἔβλεπα καμμία διαφορά.

Τότε γνώρισα τόν π. Ἀρσένιο, γνωστό Μοσχοβίτη ἱερέα μέ τεράστιο ποίμνιο. Εἶναι ἄνθρωπους τῆς αὐτοθυσίας, πού ἔχει ἀφιερώσει ὁλόκληρη τή ζωή του στό Χριστό καί τήν ἐξάπλωσι τοῦ Εὐαγγελίου. Φθάσαμε στήν ἐκκλησία του κατά τήν ἀγρυπνία τοῦ Σαββάτου. Τόν βρήκαμε νά ἐξομολογῆ, μ’ ἕνα πλῆθος πενῆντα ὥς ἑκατό ἀνθρώπων νά περιμένουν γιά ἐξομολόγησι. Στάθηκα στήν ἄκρη τοῦ κύκλου καί πρίν περάση πολλή ὥρα, τραβήχθηκα στό κέντρο του ἀπ’ τόν π. Ἀρτέμιο. Μέ μάτια κλειστά καί τά χέρια του πάνω στούς ὤμους μου, ἄρχισε νά μοῦ μιλάη. Ὅταν ἤθελε νά τονίση κάποιο σημεῖο, “ἐμβόλιζε” τό μέτωπό μου μέ τό δικό του. Καθώς μοῦ μιλοῦσε μέ ἀρκετά διανθισμένα Ἀγγλικά, μοῦ δόθηκε ἡ ἐντύπωσι πώς αὐτός ὁ ἱερέας —τόν ὁποῖο δέν εἶχα γνωρίσει ποτέ— γνώριζε πολλά περισσότερα γιά τό ἄτομό μου ἀπ’ ὅσα θά ἔπρεπε. Αὐτό, ὅμως, πού μέ συγκλόνισε, ἦταν ἡ ἐντύπωσι πώς εἶχε ἕνα πιεστικό ἐνδιαφέρον γιά τήν ψυχή μου, λές καί εἶχε προσωπικό μερίδιο σ’ αὐτήν. Μοῦ μιλοῦσε συνεχῶς ἐπί δέκα λεπτά, ἐνῶ οἱ ἀδημονοῦσες μπάμπουσκα (γιαγιάδες) ἔσφιγγαν τόν κλοιό τους γύρω μας. Συνέχιζε νά μοῦ μιλᾶ, ἐξηγώντας πώς ἡ ἐμπειρία μου στό Nepal μοῦ εἶχε παραχωρηθῆ ἀπ’ τό Θεό, γιά νά μέ βγάλη ἔξω ἀπ’ τόν ὑλισμό. Μετά μοῦ ἐξήγησε γιατί ὁ Χριστιανισμός ἦταν ἡ ἀληθινή πίστι: μόνο αὐτός, εἶχε ἕνα προσωπικό Θεό. Καί πάλι δέν μποροῦσα νά καταλάβω τή σημασία αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὅμως, ἔφυγα ξαλαφρωμένος κι ἄς μήν εἶχα μιλήσει σχεδόν καθόλου...

Μοῦ ἀνοιγόταν ἕνας καινούργιος κόσμος. Ἡ καταπίεσι τῆς πόλεως μέ βάραινε ἐλάχιστα, καθώς ἀντιλαμβανόμουν πώς ἡ οὐράνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἁγίων Του ἦταν στήν πραγματικότητα πιό κοντά ἀπ’ τούς γκρίζους ὄγκους τῶν κτιρίων πού πλάκωναν τήν πόλι. Ἐπισκέφθηκα τή Λαύρα τοῦ Ἁγ. Σεργίου καί γιά πρώτη φορά, ἀξιώθηκα νά προσκυνήσω τά λείψανα ἑνός ἁγίου. Ἐκεῖνα τά “νεκρά ὀστᾶ” περιεῖχαν περισσότερη ζωή μέσα τους, ἀπό ὁλόκληρη τή Νότια California. Ἡ παραμονή μου ἀποκορυφώθηκε, μέ τά Χριστούγεννα στό Μετόχι τοῦ Βαλαάμ. Ἔνοιωθα πώς ἤμουν περιστοιχισμένος ἀπό ἁπλούς —φαινομενικά— ἀνθρώπους, ὅμως, τό ἕνα πόδι τους πατοῦσε στόν οὐρανό...

Λίγες μέρες ἀργότερα, ἀναχώρησα ἀπ’ τή Μόσχα. Πρίν φύγω, ἡ ἀδελφή μου μέ ἐπέπληξε, λέγοντας: “Ἀγαπημένε μου, ἄν μπορῆς νά περάσης τρεῖς μῆνες καθισμένος μέ Βουδδιστές, τουλάχιστον πέρασε ἕνα μῆνα στεκόμενος ὄρθιος μέ τούς Ὀρθοδόξους”. Αὑτό ἀκριβῶς ἔκανα. Ἐπισπεύδοντας τήν ἐπιστροφή μου, ἔφθασα στήν California μετά ἀπό δύο μῆνες. Τήν παραμονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, πῆρα τό χωματόδρομο πού ὁδηγεῖ στή Μονή τοῦ Ἁγ. Γερμανοῦ τῆς Ἀλάσκας. Τό πρῶτο πού μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι, ἄρτι ἀφιχθέντος ἀπ’ τό San Diego, ἦταν τό ἀναχρονιστικό τῶν μοναχῶν μέσα στόν 20ο αἰ.. Ποῦ ἀκούσθηκε, νά ἐγκαταλείπη κανείς τήν ἄνεσι καί τήν ἰδιοκτησία στήν ἐποχή μας; Ἦταν τό μέσο τῆς Σαρακοστῆς καί ἦταν ὁλοφάνερο πώς αὐτοί οἱ ἄνδρες βρίσκονταν ἐν μέσῳ πνευματικοῦ πολέμου. Ἡ σοβαρότητα διαπότιζε τό μοναστήρι. Φάνηκαν ἕτοιμοι νά πεθάνουν γιά τήν ἀλήθεια καί τέτοιο φαινόμενο δέν τό εἶχα συναντήσει οὔτε στήν IBM, οὔτε στή Σχολή Καλῶν Τεχνῶν ἤ στήν Ἰαπωνία. Ἔβλεπα τόν πόνο στά μέρη αὐτά, ἀλλά ἦταν ὄντως πρόθυμοι νά τά δώσουν ὅλα γιά τό ἕνα τό χρειαζούμενο; Παρά τά τόσα τά ὁποῖα εἶχα δεῖ, ἀκόμα δέν εἶχα στερεώσει τήν πίστι μου στό Θεό, ὅμως, ἤξερα πώς οἱ μοναχοί αὐτοί ἔβλεπαν κάτι, καί τό ἤθελα καί ἐγώ.

Τό Σαββάτο τοῦ Λαζάρου ἔφθασε. Τήν ἡμέρα αὐτή, μνημονεύεται ἡ ἀνάστασι τοῦ Λαζάρου ἀπ’ τό Χριστό, τέσσερεις μέρες μετά ἀπ’ τό θάνατό του. Μέ ξύπνησαν πολύ νωρίς τό πρωΐ γιά νά πᾶμε στή Θεία Λειτουργία σ’ ἕνα κοντινό μοναστήρι καί ἐν συνεχείᾳ στό γεῦμα ἐκεῖ. Ξύπνησα, ἀλλά ξανακοιμήθηκα ἀμέσως. Ὅταν τελικά σηκώθηκα ἀπ’ τό κρεββάτι, βρῆκα ὅλο τό μοναστήρι ἄδειο. Ψυχή δέν εἶχε μείνει μέσα. Καθώς τριγυρνοῦσα μέσα στούς χώρους τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ ὕμνος “Ἰδού, ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καί μακάριος ἐκεῖνος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα...” ἀντηχοῦσε μέσα στό κεφάλι μου. Κατάλαβα, πώς αὐτό ἀκριβῶς μοῦ εἶχε συμβῆ, σωματικά καί πνευματικά. Ὁ Κύριος μέ κάλεσε καί μοῦ πρόσφερε ἕνα γεῦμα, ἀλλά ἐγώ εἶχα μείνει συγκρατημένος... Μοῦ εἶχε κλείσει τελικά ὁ Θεός τήν πόρτα; Πῆρα τό χωματόδρομο τῆς ἐπιστροφῆς, κατηφορίζοντας στή βουνοπλαγιά, ἐλπίζοντας σέ auto-stop πρός τό μοναστήρι. Στό δρόμο μελετοῦσα τά γεγονότα τῆς ἡμέρας καί ἦταν προφανές ὅτι ὁ Θεός εἶχε ἐπιτρέψει νά μείνω πίσω, γιά νά μέ βγάλη ἀπ’ τήν ἀναποφασιστικότητά μου. Καί ἀμέσως τότε, μοῦ ἦλθε σάν κεραυνός, τί ἀκριβῶς ἐννοοῦσαν μέ τά λόγια “προσωπικός Θεός”! Γιατί νά μοῦ ἔστελνε μιά “ἀπρόσωπη δύναμι” ἕνα τόσο ξεκάθαρο μήνυμα σωτηρίας γιά τήν ψυχή μου; Σάν ἀπρόσωπη, θά εἶχε τήν ἔγνοια τί θά ἀπογινόμουν ἐγώ;... Μιά “δύναμι” δέν μπορεῖ νά ἀγαπήση (καί σᾶς προκαλῶ νά ἀγαπήσετε ἐσεῖς μιά ἀπρόσωπη δύναμι). Ἔτσι, ἔφθασα στό συμπέρασμα πώς ὁ Θεός ἔπρεπε νά εἶναι Πρόσωπο. Μόλις κατέληξα στό συμπέρασμα αὐτό, ἄκουσα τόν ἦχο ἑνός αὐτοκινήτου νά πλησιάζη ἀπό πίσω. Ἦταν ὁ γείτονάς μας στό βουνό. Τοῦ ἔκανα σινιάλο νά σταματήση καί κατά περίεργη “σύμπτωσι”, συνέβαινε νά πηγαίνη στήν ἑβδομαδιαία ἐπίσκεψί του στό κατάστημα πού γειτονεύει στό μοναστήρι. Ἔφθασα ἐγκαίρως γιά τή Θεία Λειτουργία.

Πέρασαν δύο χρόνια ἀπό τότε καί σήμερα εἶμαι ρασοφόρος μοναχός, ἕνας ἀναχρονισμός ἄν θέλετε. Οἱ ἀγῶνες μου δέν ἔπαψαν, ὅμως, οἱ ἡμέρες περιπλανήσεως ἔχουν τελειώσει πιά. Μερικές φορές θρηνῶ γιά τό σπαταλημένο παρελθόν μου, ἀλλά ὅταν κοιτάζω πιό προσεκτικά, βλέπω τό χέρι τοῦ Θεοῦ νά μέ καθοδηγῆ μέσα ἀπ’ τίς πιό ἔρημες περιόδους τῆς ζωῆς μου. Μέ ἔφερε ἐδῶ γιά κάποιο σκοπό, ἀλλά αὐτό θά ἀποκαλυφθῆ ἐν καιρῷ».

Πηγή: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Ὁ Ἦχος τῶν Θεϊκῶν Βημάτων, ἐκδ. Ἁγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἀθήνα 2011

Πηγή:

http://americaofmyheart.wordpress.com

AMERICA OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

<>

Η μεταστροφή μιας άθεης μητέρας στην Ορθόδοξη Πίστη μέσω των δοκιμασιών

Ἀναφέρει ὁ π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος:

«Ἐνθυμοῦμαι μία οἰκογένεια, ἡ ὁποία γιά 15 χρόνια φαινομενικά εὐημεροῦσε. Ἡ δουλειά θαυμάσια. Ἀνέσεις πολλές. Ἀρρώστιες δέν εἶχαν. Καί κατά κάποιον τρόπο, ὅλοι νόμιζαν ὅτι ἦσαν εὐτυχισμένοι μαζί μέ τά δύο παιδιά τους.

Στήν καρδιά, ὅμως, τοῦ συζύγου ὑπῆρχε πολλή πίκρα, γιατί ἡ γυναῖκα του ὄχι μόνο ἦταν ἀδιάφορη γιά τήν θρησκευτική ζωή, ἀλλά, θά μποροῦσε νά τήν πῆ κανείς, ἄθεη. Οὔτε τόν σταυρό της δέν ἔκανε! Στήν ἐκκλησία ζήτημα εἶναι ἄν πήγαινε μία φορά τό χρόνο, ἐν ἀντιθέσει μέ τόν σύζυγό της πού ἐκκλησιάζοταν κάθε Κυριακή. Ἐπιπλέον δέ, πρός μεγάλη θλίψι τοῦ συζύγου της, δέν ἤθελε ἐπ᾽ οὐδενί νά κάνη ἄλλο παιδί, καί ποτέ δέν κατάλαβε αὐτός ὁ καημένος ὅτι εἶχε κάνει δύο ἐκτρώσεις.

Ἀλλά καί τά δύο παιδάκια πού εἶχε, μήπως τά μεγάλωνε σωστά; Χαρτιά, φιγοῦρες χοροῦ καί ἀδιάκριτη χρήσι τηλεοράσεως καί internet. Γι᾽ αὐτό καί εἶχαν καταντήση γκρινιάρικα, νευρικά, φιλόνικα, ἀτίθασα. Ὅσο γιά τήν γλῶσσα καί τούς τρόπους τους; Ξεπερνοῦσαν τά ὅρια τῆς θρασύτητος.

Ὁ ἄνδρας της μέρα-νύκτα παρακαλοῦσε τό Θεό νά τήν φωτίση, νά τῆς δώση σύνεσι, γιά νά προλάβη τόν κατήφορο τῶν παιδιῶν πού ἤδη εἶχε ἀρχίσει. Στίς παρεμβάσεις του ἤ στίς σοφές του συμβουλές, ἡ γυναῖκα του ἐπαναστατοῦσε. Κι αὐτός ἦταν πολύ μαλακός καί πράος καί ὑποχωροῦσε, δυστυχῶς, κι ἐκεῖ πού δέν ἔπρεπε, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι κάποτε θ᾽ ἀλλάξη. Ἡ δουλειά του ἦταν πολύ σκληρή καί ἀπουσίαζε ἀπ᾽ τό σπίτι ὅλη μέρα. Γύριζε μετά τίς 10.00 τό βράδυ. Τίμιος, ἐργατικός, ἠθικός καί σέ ἄμεση σχέσι μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ἄγωνα γιά πνευματική ζωή. Ἔτσι πέρασαν 15 χρόνια, σκληρά καί βασανιστικά γι᾽ αὐτόν τόν καλό πατέρα καί σύζυγο. Ἀλλά 15 χρόνια ἐπιμόνων προσευχῶν καί ἐλπίδος.

Καί ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ! Κάθε καλοκαίρι συνήθιζαν νά παραθερίζουν σ᾽ ἕνα χωριό ἔξω ἀπ᾽ τήν πόλι. Πήγαιναν ἐκεῖ μέ τό ἰδιωτικό τους αὐτοκίνητο. Ἄρχισε νά ρίχνη μία ψιλή βροχούλα. Σέ μία στιγμή γλιστράει τό αὐτοκίνητο, ἀναποδογυρίζει καί πέφτει μέσα σέ μία χαράδρα. Ὅταν τούς ἔβγαλαν ἀπό ἐκεῖ, ἕνας μόνο ἦταν ζωντανός: ἡ μάννα! Τέσσερεις μῆνες στό νοσοκομεῖο. Καί βγαίνει σχεδόν παράλυτη στά πόδια.

Τό δρᾶμα της πολύ μεγάλο, γιατί δέν εἶχε μάθει νά στηρίζεται στό Χριστό. Ἔκλαιγε, φώναζε, διαμαρτυρόταν! Στό μυαλό της γύριζε συνεχῶς ἡ σκέψι τῆς αὐτοκτονίας. Καμμία ἀπ᾽ τίς δῆθεν φίλες της δέν ἐρχόταν νά τήν δῆ. Μόνο μία φορά, τυπικά, γιά τά συλλυπητήρια. Καί οἱ συγγενεῖς ἔρχονταν, ἀλλά ἀπό συμφέρον, γιά νά τήν κληρονομήσουν· καί μάλιστα δέν τό ἔκρυβαν. Εἶχε πολλή περιουσία. Κι ὅσο τά ἔβλεπε αὐτά, τόσο πιό πολύ αἰσθανόταν τήν ἐρημιά της, τήν πνευματική της φτώχεια, ἀλλά καί τήν ἀξία τοῦ ἀνδρός της.

Τήν τραγωδία της αὐτή, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τήν πληροφορήθηκε ὁ Πνευματικός τοῦ συζύγου της, ἄν καί κάπως καθυστερημένα. Ἄρχισε μέ τίς ἐπισκέψεις του σιγά-σιγά νά μεταγγίζη στήν καρδιά της τή Χάρι τοῦ Χριστοῦ, νά σταλάζη τήν δική Του παρηγοριά. Καί ἡ καρδιά της, μαλακωμένη ἀπ᾽ τόν πόνο, ἄρχισε ν᾽ ἀναπνέη εὐωδία Χριστοῦ. Μία καινούργια πνευματική χαραυγή ξημέρωνε γι᾽ αὐτή.

Ἔπειτα ἀπό λίγο καιρό μονολογοῦσε τά ἑξῆς: “Ἦταν ἀνάγκη νά μέ βρῆ ἠ συμφορά, γιά νά μπορέσω νά ξυπνήσω ἀπ᾽ τή ζωή τῆς ἁμαρτίας; Ἔπρεπε νά κάνω τό Θεό νά βάλη στά πόδια μου συντρίμμια, γιά νά μέ σταματήση μπροστά στό γκρεμό; Εἶχε δίκαιο ὁ ἄνδρας μου. Χωρίς Χριστό τά πάντα εἶναι κενά, καί κάτι παραπάνω: χάος!”.

Ὕστερα ἀπό λίγους μῆνες ἀποκαταστάθηκε και ἡ σωματική της ὑγεία. Υἱοθέτησε τέσσερα ὀρφανά παιδιά, ἀπ᾽ τή Σερβία, γιά νά μπορέση νά τούς δώση αὐτά πού στέρησε ἀπ᾽ τά δικά της παιδιά. Μαζί τους ζεῖ τώρα κατά Θεόν, γιατί Αὐτόν ἔχει βάλει πλέον κέντρο στή ζωή της. “Ὅλα γιά τό Θεό”, συνηθίζει μάλιστα νά λέη, μέσα ἀπό συνεχῆ δάκρυα μετανοίας».

Πηγή:

http://textsorthodoxy.wordpress.com

TEXTS - ORTHODOXY

ΚΕΙΜΕΝΑ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

Από τον αθεϊσμό στην Ορθόδοξη Πίστη

Η μεταστροφή του 
π. Seraphim Rose, ΗΠΑ (+1982)

«Ἐπαναλαμβάνοντας τή γνωστή φράσι τοῦ Nietzsche, ὁ Εὐγένιος Rose [ὁ μετέπειτα π. Seraphim Rose] εἶπε στήν Alison ὅτι πίστευε πώς ὁ Θεός πέθανε (Ὁ Nietzsche ἔχει χρησιμοποιήσει αὐτή τή φράσι, ἀλλά ἡ ἀρχική πατρότητα ἀνήκει στόν ἀντι–ἐπαναστάτη ρωμαιοκαθολικό συγγραφέα Joseph de Maistre, ὁ ὁποῖος τήν ἀνέφερε ὅταν ξέσπασε ἡ Γαλλική Ἐπανάστασι)»(ΙΔ, 83).

«Ἐπαναστατώντας ἐναντίον διαφόρων μορφῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τίς ὁποῖες εἶχε ἔλθει προσωπικά σ᾽ ἐπαφή, ὁ νοῦς του προσπαθοῦσε νά πείση τήν καρδιά του ὅτι δέν πίστευε. Ἤ ὅπως εἰρωνικά θά τό ἔθετε ὁ Dostoyevsky: “Ἄν ἀνακάλυπτε ὅτι πίστευε στό Θεό τότε θά πίστευε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά ἐπειδή δέν γνώριζε ὅτι πίστευε σ᾽ Αὐτόν, γι’ αὐτό δέν πίστευε σ᾽ Αὐτόν”(Fiodor Dostoyevsky, The Possessed, μέρος 2, κεφ. 1, τμῆμα 5 παραφρασμένο).

Ἡ Alison ὑπῆρξε μάρτυρας σέ περιστατικά πού ἔδειχναν πώς ὁ Εὐγένιος “τρελλαινόταν” καί προσπαθοῦσε νά “σπάση τά δεσμά” χωρίς νά ξέρη πραγματικά πῶς νά τό καταφέρη. Θυμᾶται ἐκεῖνο τό βράδυ, ὅταν ἔφθασε στό ἀποκορύφωμά της ἡ διαμάχη τοῦ Εὐγένιου καί τοῦ John γιά τό Θεό. Ὁ John, ὁ Εὐγένιος, ἡ Alison καί μερικοί ἄλλοι εἶχαν πάει βόλτα στή βουνοκορφή Mount Boldy (ἦταν ἄλλο ἕνα μέρος συναντήσεως τῆς παρέας). Τότε, λοιπόν, ὅλοι μέθυσαν μέ κρασί, ἐκτός ἀπ᾽ τήν Alison. Θυμᾶται: “Ὁ John φώναζε καί κομπορρημονοῦσε, λέγοντας ὅτι ἔπρεπε νά ἐγκαταλείψη τίς γυναῖκες γιά τό Θεό κι ὁ Εὐγένιος εἶχε ἀηδιάσει μέ ὅλη αὐτή τή σκηνή”.

Τότε συνέβη κάτι ἀναπάντεχο. Ὁ Εὐγένιος σηκώθηκε πάνω κι ἄρχισε νά οὐρλιάζη στό John.

—Δέν ὑπάρχει Θεός! Ὁ Θεός σου εἶναι μύθος! Ἄν ὑπῆρχε Θεός, δέν θά τυραννοῦσε τούς πιστούς του. Ἐσύ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεός διασκεδάζει μπήγοντας καρφίτσες στούς ἀνθρώπους. Τέτοιος Θεός δέν ὑπάρχει!

Μέσ’ στή μεθυσμένη ὀργή του, ὁ Εὐγένιος ἔχυσε λίγο κρασί στό κεφάλι τοῦ John, λέγοντας: “Εἶμαι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής!”. Ἔπειτα σηκώνοντας τή γροθιά του στόν οὐρανό ἐκεῖ στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ, καταράσθηκε τό Θεό καί Τόν προκάλεσε νά τόν καταδικάση στήν κόλασι.

—Βλέπεις, τίποτε δέν ἔγινε!, οὔρλιαζε κοιτάζοντας μέ ἀγριεμένα μάτια τήν ἀναστατωμένη Alison. Οἱ ἄλλοι τό πέρασαν γι’ ἀστεῖο× ἡ Alison, ὅμως, μποροῦσε νά δῆ στά μάτια τοῦ Εὐγένιου τή φρικτή του πάλη μέ τό Θεό. Μέσ’ στήν ἀπελπισία του, ἔμοιαζε νά πιστεύη ὅτι ἄξιζε νά καταδικασθῆ γιά πάντα ἀπ’ τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ νά μποροῦσε ἐμπειρικά νά βεβαιωθῆ ὅτι ὁ Θεός πράγματι ὑπῆρχε, ἀντί νά παραμένη σέ μιά στάσιμη κατάστασι ἀδιαφορίας. Ἄν ὁ Θεός τόν καταδίκαζε νά πάη στήν κόλασι, τότε γιά μιά τουλάχιστον εὐτυχισμένη στιγμή, θά ἔνοιωθε τό ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ καί θά γνώριζε μέ βεβαιότητα ὅτι Ἐκεῖνος προσεγγίζεται.

Ἡ Alison ἔμελλε νά δῆ κι ἄλλες ἐκφάνσεις τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ πνευματικοῦ κενοῦ πού ταλάνιζε τόν Εὐγένιο. Λέει χαρακτηριστικά: “Ἔπινε ἀπό ἀπελπισία. Δέν ἤξερα ἄλλον πού 
θά μποροῦσε νά πιῆ τόσο πολύ. Ἔπινε μέχρι νά κάνη ἐμετό κι ἔπειτα ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητος”. Καί πάλι ἐκείνη ἦταν ἡ μόνη πού τό διέκρινε. Γιά τούς ὑπόλοιπους φίλους του, ὁ Εὐγένιος ἔπινε γιά “διασκέδασι”.

Μερικές φορές, ἐνῶ ἦταν μεθυσμένος διάβαζε τά λόγια τοῦ Nietzsche καί τότε ἔνοιωθε πιό δυνατός. Παραδόξως τά λόγια αὐτά εἶχαν ἀντίθετο τοῦ ἐπιδιωκομένου ἀπ’ τό συγγραφέα, ἀποτέλεσμα. Ὁ Εὐγένιος ἔνοιωθε ὅτι ὁ Nietzsche —ὅπως κι ὁ ἴδιος— δέν ἀντιδροῦσε ἁπλῶς καί μόνο σέ μιά ἰδέα ἤ σ’ ἕνα παρωχημένο σύστημα πεποιθήσεων προορισμένο γιά τή “μάζα”. Ἡ ἐπανάστασί του ἦταν πολύ παθιασμένη, πολύ ριζοσπαστική καί πολύ προσωπική γιά κάτι τέτοιο. Ὁ Nietzsche πάλευε ἐνάντια σέ κάτι ἀληθινό, κάτι τό ὁποῖο οὔτε αὐτός ἀλλά οὔτε κι ὁ Εὐγένιος μποροῦσαν ν’ ἀποφύγουν.

Παρόλο πού ὁ Εὐγένιος ἦταν ὁ πιό “δηλωμένος” ἄθεος ἀπ’ ὅλους τούς συμφοιτητές της στήν Pomona, ἡ Alison τόν θεωροῦσε ὡς τόν πιό πνευματικό. Σχολιάζει: “Ἀκόμη κι ὡς ἄθεος, ἔδινε ὅλο του τό εἶναι”.

Μερικά χρόνια ἀργότερα ὁ Εὐγένιος ἔγραψε: “Ὁ ἀληθινά ‘ὑπαρξιακός’ ἀθεϊσμός, ὁ φλεγόμενος ἀπό μίσος γιά ἕνα φαινομενικά ἄδικο κι ἀνελέητο Θεό, εἶναι μιά πνευματική κατάστασι× εἶναι μιά πραγματική προσπάθεια ν’ ἀναμετρηθῆ κάποιος μέ τόν ἀληθινό Θεό, ἡ βουλή τοῦ ὁποίου εἶναι ἀκατάληπτη ἀκόμη καί γιά τούς πιό πιστούς× καί εἶναι γνωστό σέ παραπάνω ἀπό μιά περιπτώσεις, πώς ἔχει καταλήξει στήν ἐκθαμβωτική θέα Ἐκείνου τόν ὁποῖο ὁ ἀθεϊστής στήν πραγματικότητα ἀναζητεῖ. Εἶναι ὁ Χριστός πού ἐνεργεῖ μέσα σ᾽ αὐτές τίς ψυχές… Μέ τό ν’ ἀποκαλέση τόν ἑαυτό του Ἀντίχριστο, ὁ Nietzsche ἀπέδειξε τήν ἔντονη δίψα του γιά τό Χριστό..”(Philosophical Journal of Eugene Rose, 30/1/1961)»(ΙΔ, 86).

«Ὅπως θυμᾶται ἡ Alison: “Μεθοῦσε καί σωριαζόταν στό πάτωμα καί κτυποῦσε τή γροθιά του κάτω, οὐρλιάζοντας στό Θεό νά τόν ἀφήση ἥσυχο”.

Στό μυθιστόρημα τοῦ Dostoyevsky Οἱ Δαιμονισμένοι, ὑπάρχει ἕνας χαρακτήρας ὅμοιος μέ τό Nietzsche, ὀνόματι Κιρίλοφ, ὁ ὁποῖος κηρύσσει μόνος του τόν πόλεμο ἐναντίον τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ× ἕνας ἄλλος χαρακτήρας, ὁ Πιότρ Βερχοβένσκι, σχολιάζει σοφά ὅτι ὁ Κιρίλοφ, κυριευμένος ἀπ’ τό πάθος ν’ ἀποδείξη ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ἀποδεικνύει ὅτι “πιστεύει ἴσως βαθύτερα κι ἀπό ὁποιοδήποτε ἱερέα”(Fiodor Dostoyevsky, The Possessed, μέρος 3, κεφ. 6, τμῆμα 2). Ὅταν σκεφθοῦμε τό νεαρό Εὐγένιο νά κτυπᾶ τή γροθιά του στό πάτωμα ἀπελπισμένος, τό ἴδιο σχόλιο ἔρχεται στό νοῦ. Ἰδού ἕνας ἄνθρωπος γιά τόν ὁποῖο τό ζήτημα τοῦ Θεοῦ ἦταν τελικά τό μόνο πού εἶχε σημασία: ἄν Ἐκεῖνος ὑπῆρχε ἤ ὄχι. Ὅσο κι ἄν τό μυαλό του εἶχε βρεῖ προσωρινό καταφύγιο σ’ ἕνα ἀπρόσωπο κι ὀρθολογικά ἐπινοημένο “Ἑαυτό”, ἡ καρδιά του, ὅμως, τοῦ ἔλεγε ὅτι χωρίς προσωπικό Θεό ἡ ζωή ἦταν στ’ ἀλήθεια μάταιη»(ΙΔ, 92).

Στή διάρκεια τῶν σπουδῶν του παρακολούθησε μαθήματα στήν Ἀκαδημία Ἀσιατικῶν Σπουδῶν, ὅπου κυριαρχοῦσε ὁ Alan Watts. «Στήν περιοχή τοῦ κόλπου τοῦ San Francisco τόν θεωροῦσαν τοπική διασημότητα. Ὅπως ἀνέφερε ἕνας ἐκ τῶν βιογράφων του: “Κανένας ἄλλος δέν μποροῦσε νά ἑρμηνεύη τά μυστήρια τῆς Ἀνατολῆς ἔτσι ὥστε νά φαίνωνται ἀκόμη πιό μυστηριώδη… κι ἐντούτοις νά κάνη τούς ἀνθρώπους νά πιστεύουν ὅτι εἶχαν πλησιάσει στήν κατανόησί τους —κανείς στόν κόσμο δέν μποροῦσε νά τό κάνη αὐτό καλύτερα ἀπ’ τόν Watts”(David Stuart, Alan Watts, Chilton Book Co. Radnor, Penn. 1976, σ. 148)»(ΙΔ, 95).

«Πολύ πρίν ἡ λέξι hippie περάση στό λεξιλόγιό μας, οἱ προοδευτικοί διανοούμενοι τοῦ San Francisco εἶχαν ἀπορρίψει τό ἀμερικανικό ὄνειρο, μαζί μέ τά ἰδανικά του, τῆς οἰκογενείας καί τῆς ἰουδαιοχριστιανικῆς θρησκείας. Ἐξέταζαν ὁτιδήποτε ἦταν διαφορετικό, ἐμπνεόμενοι κυρίως ἀπό ἀνατολικές θρησκεῖες. Ἀπορρίπτοντας τή δυτική ἠθική κι ἐπιλέγοντας μόνο ὅ,τι ἤθελαν ἀπ’ τήν ἀνατολική, ἦταν ἐλεύθεροι νά ἐξερευνήσουν διάφορες μορφές ἀκολασίας, παρακμῆς καί διαστροφῆς —μή ἀποδεκτές σέ ὁποιαδήποτε πολιτισμένη κοινωνία— συνδυάζοντας τήν πολιτισμική ἐπίφασι, μ’ ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὁ Εὐγένιος ἀργότερα περιέγραψε ὡς “τό πνεῦμα τῆς ἀνομίας”. Ἀνάμεσα στούς ἰσχυροτέρους λαοπλάνους κήρυκες τῆς νέας αὐτῆς ἠθικῆς σχετικότητος, ἦταν ὁ Alan Watts. Μιλοῦσε συστηματικά πλέον ὡς πολέμιος τῆς δυτικῆς θρησκείας, ὑποστηρίζοντας μιά νέα “ἀπελευθέρωσι” ἀπ’ τό Θεό τῶν “εὐσεβιστῶν Χριστιανῶν καί Ἑβραίων”(Alan Watts, In Μy Own Way: An Autobiography 1915-1965, Random House, Vintage Books, New York 1972, σ. 326)× καί μέ αὐτό, ἐννοοῦσε πάνω ἀπ’ ὅλα τήν ἀπελευθέρωσι ἀπ’ τή χριστιανική σεξουαλική ἠθική. Δηλωμένος ἡδονιστής ὁ Watts, ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ “ἐνοχή” τήν ὁποία ἐπέβαλε στούς ἀνθρώπους ἡ ἰουδαιοχριστιανική θρησκεία ἦταν μιά ἐξουθενωτική δύναμι καταστολῆς τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος κι ὅτι ἔπρεπε νά ἐκριζωθῆ ἀπ’ τή δυτική κοινωνία.

Ὁ Εὐγένιος, ἀπ’ τό πρῶτο του καλοκαίρι στήν Ἀκαδημία τοῦ San Francisco, ἀγκάλιασε τούς ἠθικούς κώδικες τῆς ἀντικουλτούρας τῆς διανοούμενης elite ἤ τήν ἔλλειψι αὐτῶν× κώδικες οἱ ὁποῖοι μέσα σέ 30 χρόνια ἔμελλε νά καθιερωθοῦν ὡς ἡ τυπική ἠθική μεγάλου μέρους τοῦ ἔθνους»(ΙΔ, 101).

«Ἄρχισε νά καταλαβαίνη ὅτι ὁ Nietzsche δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας φιλόσοφος πού ἐπεξεργαζόταν διάφορες ἰδέες. Ἦταν κάτι σάν ποιητής, ἀλλά ἡ ποίησί του διακατεχόταν ἀπό μιά δύναμι πού ἦταν παραπάνω ἀπό ἀνθρώπινη. Ἡ ἴδια ἡ συγγραφή τοῦ βιβλίου του Τάδε Ἔφη Ζαρατούστρα, εἶχε κάτι τό ὑπερφυσικό μέσα της. Ἐνῶ περπατοῦσε στά βουνά τῆς Ἑλβετίας ὁ Nietzsche, κυριεύθηκε ἀπό μιά ἔμπνευσι πού, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, εἶχε νά ξαναφανῆ ἀπ’ τ’ ἀρχαῖα χρόνια. Ἄρχισε τότε νά γράφη μονομιᾶς καί γρήγορα, κείμενα τεράστια σ’ ἔκτασι πού ἔμοιαζαν σάν νά μήν προέρχωνται ἀπ’ τόν ἴδιο, ἀλλά σάν ἐκεῖνος ἁπλῶς νά τά κατέγραφε στό χαρτί. Ἀποκαλώντας τόν ἑαυτό του “φερέφωνο ἤ μέσο μιᾶς πανίσχυρης δυνάμεως”, ἔγραψε: “Ἀκούω —δέν ψάχνω× παίρνω —δέν ρωτῶ ποιός δίνει: μιά σκέψι ἀστράπτει ξαφνικά σάν ἀστραπή, ἔρχεται κι ἐπιβάλλεται σάν ἀναγκαιότητα, ἀδίστακτα —δέν εἶχα ποτέ καμμιά δυνατότητα ἐπιλογῆς στό θέμα αὐτό”(Nietzsche Friedrich, Thus Spoke Zaratustra, ἐκδ. Boni & Liveright, Inc., Νέα Ὑόρκη 1917, σ. 18).

Ὁ ἴδιος ὁ Εὐγένιος, μέσα στήν ἁμαρτία καί τήν ἀπελπισία του, εἶχε μιά παρόμοια ἐμπειρία μέσῳ τῆς ἀναγνώσεως καί μόνο τοῦ ἔργου Τάδε Ἔφη Ζαρατούστρα. Κάποια μέρα, ἀφοῦ εἶχε περάσει ὧρες διαβάζοντάς το στό πρωτότυπο γερμανικό κείμενο, ἔκανε μιά βόλτα μέσ’ στήν πόλι. Ἦταν ἤδη σούρουπο κι ὁ οὐρανός εἶχε πάρει ἕνα αἱμάτινο χρῶμα. Φθάνοντας σέ κάποιο σημεῖο τοῦ δρόμου, ἄκουσε τήν ποίησι τοῦ Nietzsche ν’ ἀντηχῆ μέσα του. Αἰσθανόταν ὅτι ὁ “Ζαρατούστρα” εἶχε ἀληθινά ζωντανέψει καί τοῦ μιλοῦσε× ἐμφυσοῦσε λέξεις μέσα του. Ἔνοιωσε τή δύναμι αὐτῶν τῶν λέξεων, ὅπως κάποιος νιώθει νά τόν διαπερνᾶ ἠλεκτρισμός× καί τρομοκρατήθηκε.

Ἀρκετά ἀργότερα, ὁ Εὐγένιος κατάλαβε πλήρως ἀπό ποῦ προερχόταν ἡ “πνευματικότητα”, ἡ μυστηριώδης δύναμι κι ὁ ἐνθουσιασμός τῆς ποιήσεως τοῦ Nietzsche. Ὅσο εὐγενῆ κι ἄν ἦταν τ’ ἀρχικά ἰδανικά τοῦ Nietzsche, ἡ παθιασμένη του ἄρνησι τοῦ Θεοῦ, τόν ἔφερε σέ κατάστασι μερικοῦ δαιμονισμοῦ κι εἶχε πραγματικά μεταβληθῆ —ὅπως κατέληξε νά πιστεύη ἀργότερα ὁ Εὐγένιος— σέ “φερέφωνο” καταχθονίων δυνάμεων»(ΙΔ, 108).

Ἰδού, τώρα, πού γλυκοχαράζει ἡ πρώτη ἀγάπη πρός τό Χριστό: «“Ὁ Θεάνθρωπος, πού Μόνος Αὐτός ἀπ’ ὅλους ὑπέφερε ὡς ἕνας ἀπολύτως Ἀθῶος —γυρεύεις μιά ἐξήγησι ἀπ’ Αὐτόν; Ἡ ἐξήγησί Του εἶναι ἡ ζωή Του, δές την… Ὅλοι μας ἀξίζουμε ὅσα ὑποφέρουμε ἤ τουλάχιστον πρέπει νά τά δεχώμασθε εὐχαρίστως ὡς μιά εὐκαιρία νά ζήσουμε μιά πιό βαθειά ζωή καί νά προσεγγίσουμε περισσότερο τό συνάνθρωπό μας καί τό Θεό. Ὅμως, ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν ἄξιζε νά ὑποφέρη. Δέν ὑπῆρχε καμμιά αἰτία, διότι Ἐκεῖνος ἦταν ἀθῶος καί δέν εἶχε κάτι νά διδαχθῆ, κάτι νά κερδίση ἀπ’ τό μαρτύριο. Ἦταν μιά δωρεάν πρᾶξι χάριτος ἡ δική Του, τέτοια πού δέν μποροῦμε οὔτε νά τή φαντασθοῦμε× καί ὑπέφερε ἔτσι ὅπως δέν μποροῦμε νά τό ἀντιληφθοῦμε, διότι μόνο Ἐκεῖνος δέν προσπάθησε ν’ ἀποφύγη τή συμπόνια ἤ τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Δέν προσέφερε στόν Ἑαυτό Του καμμιά ψεύτικη παραμυθία, καμμιά εὔκολη διαφυγή, τίς ὁποῖες ἐμεῖς καθημερινά προσφέρουμε στόν ἑαυτό μας. Αὐτός μόνο ἔζησε στό ἔπακρο ὅλο τόν πόνο καί τή θλῖψι τήν ὁποία μπορεῖ νά ζήση ὁ ἄνθρωπος.

Κι ἔτσι Ἐκεῖνος γνωρίζει πῶς εἶναι ἡ ζωή μας… Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ὕπαρξι εἶναι μαρτύριο× καί γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός μας μᾶς ἀγαπᾶ κι ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀγάπης ὑπέφερε περισσότερα κι ἀπό τόν ἐπιφανέστερο ἅγιο× τό γνωρίζουμε αὐτό καί, ὅμως, τολμᾶμε ν’ ‘ἀμφιβάλλουμε’, νά προσφέρουμε τά μικροπρεπῆ ἐρωτήματά μας γιά τό ‘νόημα’ τῆς ὑπάρξεως. Ὤ, ἄθλιε ἄνθρωπε! Δέξου το καί ὑπόφερε περισσότερο καί προσευχήσου στό Θεό× προσευχήσου ὄχι γιά κάποιο ἀντικείμενο ἤ γιά κάποιο σκοπό, ἀλλά μόνο δῶσε τίς ἐγκάρδιες προσευχές καί τά δάκρυά σου σ᾽ Αὐτόν. Αὐτός γνωρίζει τό ‘γιατί’. Γνωρίζει τά πάντα”(Εὐγένιος Rose, An Answer to Ivan Karamazov, σ. 33)»(ΙΔ, 179).

«Ἕνα δειλινό, καθώς ὁ Εὐγένιος περπατοῦσε σ’ ἕνα δρόμο τοῦ San Francisco, ἔφθασε ξαφνικά στό ἴδιο σημεῖο ὅπου κάποτε εἶχε αἰσθανθῆ τήν καταχθόνια δύναμι τῆς ποιήσεως τοῦ Nietzsche ν’ ἀντηχῆ ἐντός του κι εἶχε νοιώσει τή στιγμή ἐκείνη τή φρίκη τῆς κολάσεως. Τώρα, ὅπως καί τότε, ὁ ἥλιος ἔδυε στόν ὁρίζοντα. Αὐτή τή φορά, ὅμως, σκέφθηκε τό ὅτι ζοῦσε στή δύσι τοῦ Χριστιανισμοῦ καί πώς μέ τίς ἁμαρτίες του εἶχε κι ἐκεῖνος σταυρώσει τό Χριστό. Θαύμασε πού ὁ Θεός ἔδειξε τό ἔλεός Του κι ἀποκαλύφθηκε σέ κάποιο τόσο ἁμαρτωλό ὅσο αὐτός. Ὅσο πιό ταπεινός κι ἀχρεῖος ἔνοιωθε, τόσο τόν ἐξευγένιζε καί τόν ἀνύψωνε τό μεγαλεῖο καί τό κάλλος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τόν ἀγαποῦσε ἀκόμη.

Ὅταν παλαιότερα ὁ Εὐγένιος εἶχε σταθῆ σέ τοῦτο τό σημεῖο, εἶχε ἀκούσει τή φωνή τοῦ σατανικοῦ προφήτη Nietzsche, ὁ ὁποῖος ὡς ἀπάντησι στά μαρτύρια καί τή μοναξιά τοῦ κόσμου, εἶχε ὑψώσει τή γροθιά του πρός τό Θεό. Τώρα ὁ Εὐγένιος ἄκουγε μιά διαφορετική φωνή: αὐτή τοῦ Ρώσου προφήτου Dostoyevsky, ὁ ὁποῖος ὡς ἀπάντησι στά ἴδια μαρτύρια, εἶχε διδάξει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά πέση καταγῆς μέ μετάνοια κι εὐγνωμοσύνη καί μέ δέος ἐνώπιον τοῦ Δημιουργοῦ, συνειδητοποιώντας ὅτι εἶναι οἱ ἴδιες οἱ ἁμαρτίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου πού αὐξάνουν τά βάσανα τοῦ κόσμου. Ὁ Εὐγένιος, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε ν’ ἀποβάλη τίς ἀμφιβολίες τοῦ Ivan, ἀκολούθησε τό παράδειγμα τοῦ ἄλλου ἀδελφοῦ Karamazov, τοῦ Ἀλιόσα. Προσκυνώντας τόν Κύριό του τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἐκεῖ στό δρόμο τοῦ San Francisco καθώς ἔπεφτε τό σκοτάδι, ἔκλαψε μέ συντριβή καί μετάνοια»(ΙΔ, 180).

«Στό παρελθόν [ἡ Νίνα, ἡ μητέρα τοῦ φίλου μου Γκλέμπ] εἶχε μάθει νά βλέπη τή ρωσική Ὀρθοδοξία σάν τήν ταπεινή “θρησκεία τῶν ὑπηρετριῶν καί τῶν μαγείρων”. Τώρα, ὅμως, θυμόταν ὅτι ὁ μάγειρος τῆς οἰκογενείας της στή Ρωσία, πήγαινε κατευθεῖαν στήν ἐκκλησία κάθε πρωΐ ἀφοῦ ἔβαζε τό φαγητό στό φοῦρνο. Ὅταν ἐπέστρεφε γιά νά σερβίρη τό φαγητό, διηγόταν ἡ Νίνα, ἀπέπνεε μιά βαθειά πνευματική εἰρήνη πού ἁπλωνόταν σάν ἀτμόσφαιρα καταλλαγῆς σ᾽ ὁλόκληρο τό σπιτικό: “Ἦταν σάν νά βρισκόσουν μπροστά σ’ ἕνα ἀληθινό ἅγιο… κι ὅμως, δέν ἦταν παρά ἕνας κοινός ἄνθρωπος —ἄνθρωποι σάν κι αὐτόν ἦταν συνηθισμένοι… Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ ἁγία Ρωσία!”, κατέληξε ἡ Νίνα»(ΙΔ, 429). Αὐτή τήν πίστι ἀκολούθησε καί ὁ Εὐγένιος.

Ἀπό τό βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Θεός Ἐφανερώθη – Ἀπό τόν Ἀθεϊσμό στό Χριστό, Ἐκδόσεις. Ἁγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (6878461846), Ἀθήνα 2011

Πηγή:


ΑΘΕΪΣΜΟΣ - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

<>

Κονγκό, 2001: Εμφάνιση Αγίου σε Ορθόδοξο Ναό και η μεταστροφή μίας ειδωλολάτρισσας στην Ορθοδοξία

Ἀναφέρει ὁ Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης:

«Μιά γυναῖκα εἰδωλολάτρισσα ἐκείνη τήν Κυριακή τό πρωΐ, στεκόταν λίγο μακριά ἔξω ἀπό τήν πόρτα εἰσόδου τῆς ἐκκλησίας τῶν ἁγίων Θεοδώρων Μουσονόι. Ἐκοίταζε μέ περιέργεια ἕνα εὐρωπαῖο Καλόγερο, πού στεκόταν ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καί κατέγραφε σ᾽ ἕνα βιβλίο κάθε Χριστιανό πού ἔμπαινε ἐκεῖνο τό πρωΐ μέσα. Ἐνόμισε ὅτι θά ἦταν κάποιος λευκός ἱεραπόστολος ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἱεραποστολῆς τοῦ Κολουέζι. Ἐκείνη τή στιγμή ὁ π. Ἰσαάκ, ἱερεύς καί Λειτουργός ἐκείνη τήν ἡμέρα στήν ἐκκλησία, τελοῦσε τήν Ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς. Ἡ γυναῖκα ἐκείνη πού ἔβλεπε τόν Καλόγερο, ἐπειδή γνώριζε τόν ἱερέα, πῆγε ἀπό πλάγια πλησίον τοῦ παραθύρου τῆς Προσκομιδῆς καί τοῦ ἔκανε νόημα νά βγῆ ἔξω νά ὑποδεχθῆ ἕνα Πατέρα τῆς Ἱεραποστολῆς πού ἦλθε ἀπό τό Κολουέζι. Ἐκεῖνος, ἄνοιξε τό παράθυρο καί τῆς εἶπε ὅτι δέν καταλαβαίνει τί τοῦ λέγει, διότι σήμερα δέν εἶχαν εἰδοποιήσει ὅτι θά ἔλθουν Πατέρες ἀπό τό Κολουέζι.

Ἡ γυναῖκα ἐπέστρεψε στή θέσι της, χωρίς νά ἐπιμείνη στήν πρότασί της. Παρακολουθοῦσε περίεργα τόν ἐπισκέπτη πού τόσο ὑπομονετικά ρωτοῦσε καί ἔγραφε τό ὄνομα κάθε Χριστιανοῦ πού ἔμπαινε στήν ἐκκλησία. Πλησίασε κι αὐτή νά μπῆ, ἀλλά ὁ Καλόγερος τήν ἐμπόδισε καί ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε ἀπό μπροστά της. Αὐτή καί πάλι ἀποσβολώθηκε ἀπό τό φόβο της καί στάθηκε ἐκεῖ μέχρι νά τελειώση ἡ Θεία Λειτουργία. Στάθηκε ἀνάμεσα σέ ὅλους τούς Χριστιανούς μας καί τούς εἶπε τά ἑξῆς: “Ἀπό σήμερα θά εἶμαι κι ἐγώ Κατηχουμένη στή δική σας ἐκκλησία. Αὐτό πού εἶδα σήμερα δέν τό ἔχω ξαναδῆ στή ζωή μου”. Τούς ἐξήγησε ὅσα εἶδε. Οἱ Χριστιανοί μας ἐνθουσιάσθηκαν, διότι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας τούς συντροφεύουν, τούς παρακολουθοῦν μέ ἀγάπη, τούς θεραπεύουν καί φροντίζουν γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν τους».

Από το Βιβλίο: Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ, Ἡ Μητέρα μας η Εκκλησία, ἐκδ. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Σταμάτα 2014

Πηγή:


AFRICA OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

<>

Άγιος Αντώνιος-Ονούφριος της Μονής του Suprasl Πολωνίας, Οσιομάρτυρας στη Θεσσαλονίκη, από Λιθουανία (+1516)

Ένας δολοφόνος που αγίασε

Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Αντώνιος-Ονούφριος της Μονής Σούπρασλ (Supraśl) της Πολωνίας ήταν ένας Ρουθηνός Μοναχός και Μάρτυρας, ο οποίος τιμάτε ιδιαιτέρως στην Πολωνική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι Ρουθηνοί αποτελούν Σλαβική φυλή, κατά άλλους Κελτική φυλή, που μαζί με τους συγγενικούς προς αυτούς Ουκρανούς αποτελούν τον τύπο των Μαλορρώσων στη ΒΔ Βουκοβίνα (ιστορική περιοχή στην Κεντρική Ευρώπη που σήμερα μοιράζεται μεταξύ της Ρουμανίας και της Ουκρανίας).

Ο Άγιος Αντώνιος του Σούπρασλ γεννήθηκε στο έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας σε Ορθόδοξη οικογένεια, αν και η κοινωνική του κατάσταση και το λαϊκό του όνομα παραμένουν άγνωστα.

Σύμφωνα με την Παράδοση, στα νιάτα του ήταν γνωστός για τον θυμώδη χαρακτήρα του με αποτέλεσμα σε μια φιλονικία σε ένα μπαρ να σκοτώσει έναν άνδρα.

Επιθυμώντας να εξιλεώσει την αμαρτία του εισήλθε λίγο πριν το 1506 στην Ορθόδοξη Μονή του Σούπρασλ της Πολωνίας, όπου έγινε Μοναχός και έλαβε το όνομα Άντώνιος.

Θεωρώντας ανεπαρκή την μετάνοιά του, ο Άγιος ζήτησε από τον ηγούμενο να του επιτραπεί να μεταβεί σε μια μουσουλμανική χώρα για να μαρτυρήσει. Αλλα ο ηγούμενος δεν του έδωσε την ευλογία. Έλαβε την άδεια μόνο για να πάει στο Άγιο Όρος όπου έγινε η Κουρά του Μεγάλου Σχήματος και πήρε το όνομα Ονούφριος.

Στη συνέχεια πήγε στη Θεσσαλονίκη, στον Ι. Ναό της Θεοτόκου της Αχειροποίητης, η οποία είχε μετατραπεί σε τζαμί, και άρχισε να προσεύχεται Χριστιανικά. Αμέσως συνελήφθηκε και ρίχτηκε στη φυλακή. Του ζήτησαν να ασπαστεί τον μουσουλμανισμό κάτι το οποίο ο Άγιος Αντώνιος του Σούπρασλ αρνήθηκε να πράξει και καταδικάστηκε να καεί ζωντανός.

Καθώς τον πήγαιναν στον τόπο του Μαρτυρίου επειδή συνέχισε ο Άγιος να καταγγέλνει τον μουσουλμανισμό, χτυπήθηκε θανάσιμα από έναν μουσουλμάνο και έριξαν το σώμα του στη φωτιά.

Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Αντώνιος-Ονούφριος του Σούπρασλ μαρτύρησε στις 4 Φεβρουαρίου το 1516 και ανακηρύχθηκε επίσημα Άγιος το 2005 από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας.

Πηγή:


POLAND OF MY HEART

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

<>

"Που είναι ο Θεός; Εμένα με εγκατέλειψε!"

Αναφέρει η Μοναχή Πορφυρία (+2015), πρώην οδηγός ταξί σε Αθήνα και Πειραιά:

Η βάρδια μου είναι νυκτερινή, από τις τέσσερις το απόγευμα έως τις πέντε τα ξημερώματα. Το κέντρο μας εκφωνεί κλήσεις ως επί το πλείστον για το λιμάνι του Πειραιά, για τα πρακτορεία των λεωφορείων και τα Αεροδρόμια.

Πολύς κόσμος φεύγει για διακοπές. Άλλωστε το έχουν πολλή ανάγκη. Χαίρομαι πολύ, όταν οι άνθρωποι μπορούν να ξεκλέψουν λίγο χρόνο από τα καθημερινά τους προβλήματα, για να ξεκουρασθούν.

Είναι περασμένα μεσάνυχτα- το κέντρο μας, αραιά και πού, εκφωνεί κάποια διαδρομή, οι δρόμοι άδειοι. Οδηγώντας στους άδειους δρόμους, άρχισα να μελαγχολώ… Έφτασα στο λιμάνι του Πειραιά- τίποτα, ούτε ένα καράβι!
Και τώρα πού να πάω; σκεφτόμουν. Έτσι, πήρα τον δρόμο προς την παραλιακή. Είναι γεγονός, πως αυτή η διαδρομή μ’ αρέσει πάρα πολύ. Έφτασα στο Καβούρι. Κατέβηκα με το ταξί, μέχρι την παραλία. Βγήκα από το ταξί και ακουμπώντας στο καπό, κοιτούσα τη θάλασσα, που έπαιζε με το φεγγάρι.

Σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό- μου άρεσε να βλέπω το στερέωμα, που ήταν γεμάτο από φωτεινά αστέρια. Ευχαριστούσα τον Θεό για όλα αυτά που μας έχει χαρίσει και Τον παρακαλούσα να μας συγχωρέσει, για το κακό που κάνουμε καταστρέφοντας την όμορφη δημιουργία, που Εκείνος έφτειαξε για μας. Σιγά – σιγά αισθάνθηκα να φεύγει από την ψυχή μου η μελαγχολία και στη θέση της να μπαίνει πάλι η γαλήνη, η ηρεμία. Έτσι ήρεμη και με 
γεμάτη την ψυχή μου από Θεό, μπήκα στο ταξί για να γυρίσω στον Πειραιά. Άλλωστε σε λίγο τελείωνε η βάρδια μου.

Φθάνοντας στο ύψος της Γλυφάδας, είδα κόσμο μαζεμένο, κοίταξα το ρολόι μου, μ!! ώρα που κλείνουν τα νυχτερινά κέντρα. Με το που με είδαν, τα χέρια σηκώθηκαν, για να σταματήσω. Όμως η βάρδια μου τελείωνε, δεν είχα πολύ χρόνο, ώστε να εξυπηρετήσω τους ανθρώπους. Στο ύψος του Παλαιού Φαλήρου, με σταμάτησαν τέσσερα νέα παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια. Ασυναίσθητα το πόδι μου πήγε στο φρένο… Σταμάτησα.

-Πού πάτε παιδιά; τους ρώτησα.

-Πεύκη- σας παρακαλούμε μπορείτε να μας πάτε; Όμως δεν έχουμε χρήματα και κανένας ταξιτζής δεν μας παίρνει.

Η απόσταση μεγάλη! Χωρίς να το πολυσκεφτώ, τους είπα:

-Ναι, παιδιά, ελάτε!

Μπήκαν μέσα και μ’ ευχαρίστησαν όλα μαζί. Το παλληκάρι που κάθισε δίπλα
μου, μου λέει:

-Είστε πολύ καλή κυρία.

-Κι εσύ πού το κατάλαβες ότι είμαι καλή κυρία;

-Φαίνεται στο πρόσωπο σας.

-Δηλαδή, τι βλέπετε στο πρόσωπο μου; γράφει η κυρία είναι καλή; τον ρώτησα γελώντας.

-Όχι, αλλά να… πώς να σας πω…

-Να μην πεις τίποτα. Απλά εσύ είσαι καλό παιδί και είδες και εμένα καλή.

Αυτό ήταν η αφορμή να ξεκινήσω να τους μιλήσω για τον Θεό, πόσο καλός είναι, πόσο μας αγαπάει, πόσο πολύ δίπλα μας είναι σε κάθε δύσκολη στιγμή μας- τους μίλησα για την αξία της εξομολόγησης και πόσο πολύ ανακουφίζει την ψυχή, της δίνει φτερά να πετάει, να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό, να συναντάει τον Θεό και πατέρα της. Τους μίλησα για την αξία της Θείας Κοινωνίας, για τους Αγίους μας και τα θαύματα τους, την ευτυχία της οικογένειας, όταν ο Θεός βρίσκεται ανάμεσα στα μέλη της…

Τα λόγια μου άγγιξαν την ψυχούλα τους και ένα-ένα άρχισε να την ανοίγει.

Το ένα παιδί όμως μου άγγιξε με πόνο την ψυχή μου. Μου είπε λυπημένα:

-Πού είναι ο Θεός; εμένα με εγκατέλειψε!

-Καρδούλα μου, Τον γνώρισες;

-Όχι!

-Πώς, λοιπόν, σε εγκατέλειψε, αφού δεν Τον γνωρίζεις;

Άρχισε τότε να μου διηγείται την ιστορία του. Και οι δύο γονείς του καρκινοπαθείς. Ο χρόνος της ζωής τους λιγόστευε και αυτός μοναχοπαίδι! Ο πόνος του βαρύς, η ανασφάλεια του μεγάλη, η μοναξιά του μεγαλύτερη. Και η ζούγκλα που λέγεται ζωή παραμόνευε να τον κατασπαράξει. Όλα ήταν μαύρα γύρω του, φως δεν φαινόταν πουθενά.

Δεν μπορούσα να αφήσω αυτό το παιδί να φύγει έτσι, με άδεια την ψυχή, γεμάτη πόνο, όπως και τα υπόλοιπα παιδιά. Ας σημειωθεί ότι αυτά τα παιδιά ανήκουν σε ευκατάστατες οικογένειες. Όμως τα χρήματα τους δεν τους γέμισαν τις ψυχές. Γιατί τους έλειπαν τα κυριότερα, ο Θεός, η αγάπη, η ελπίδα, η σωστή οικογένεια. Γι’ αυτό πήρα τηλέφωνο τον συνεργάτη μου και τον παρακάλεσα να κρατήσω και τη δική του βάρδια. Έτσι είχα πολύ χρόνο να ασχοληθώ μ’ αυτά τα καλά, μα πολύ πονεμένα πλάσματα του Θεού.

Με τα παιδιά πήγαμε και καθίσαμε σε μια πλατεία.

Είπαμε πάρα πολλά. Βρήκαν ευκαιρία και με βομβάρδισαν με διάφορα σοβαρά προσωπικά και οικογενειακά τους θέματα. Δεν θα σας πω τι συζητήσαμε, γιατί αυτά τα παιδιά είναι τα γνωστά άγνωστα. Ωστόσο φοβόμουν μη τυχόν δώσω κάποια λάθος απάντηση και πληγώσω αυτές τις ψυχούλες, τις ήδη πονεμένες.

Εκλιπαρούσα τον Θεό να απαντάει Εκείνος για μένα. Στο τέλος τους είπα: «Παιδιά, ενώστε τον πόνο σας και κάντε τον μια αγκαλιά αγάπης, ενωθείτε, γίνετε και τα τέσσερα μια γροθιά και χτίστε έναν καινούργιο κόσμο, τον κόσμο που εσείς τα παιδιά βλέπετε μόνο μέσα από τα όνειρα σας. Παιδιά, δώστε στα όνειρα σας φως, ζωή, ελπίδα, χαρά, αγάπη, Θεό!»

Τα παιδιά έφυγαν πολύ, μα πάρα πολύ ικανοποιημένα, χαρούμενα και με την υπόσχεση πως θα ψάξουν να βρουν και να γνωρίσουν τον ουράνιο Πατέρα. Τους υπέδειξα και έναν καλό Πνευματικό, που θα μπορούσε να τα βοηθήσει.

Τα παιδιά δεν ζητούν πολλά, λίγη αγάπη ζητούν και δύο γλυκές κουβέντες. Είναι τόσο δύσκολο να τους τα δώσουμε;

Από το βιβλίο: Μοναχής Πορφυρίας, Ταξιδεύοντας στά Τείχη της Πόλης, εκδ. Νεκτάριος Παναγόπουλος, Αθήνα 2010

Πηγή:


FAITHBOOK - ORTHODOXY

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

<>

H μεγάλη περιπέτεια
κατά την αναζήτηση της αληθείας

 Νοέμβριος 2008

Από την Αδελφή Matthaia Osswald

Πώς η Γερμανίδα Ρωμαιοκαθολική Μοναχή Matthaia Osswald ανακάλυψε την πληρότητα της  Αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Παιδική ηλικία και εφηβεία

Γεννήθηκα το 1961 από προτεστάντες γονείς σε μία πόλη της νότιας Γερμανίας. Ζούσαμε σε ένα προάστιο, το οποίο ήταν παλαιότερα ένα αυτόνομο χωριό και αργότερα ενσωματώθηκε σε δήμο. Εκεί υπήρχε μόνο μία ρωμαιοκαθολική οικογένεια, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν προτεστάντες. Στο δημοτικό η κόρη αυτής της οικογένειας, την οποία εγώ συμπαθούσα πάρα πολύ, ήταν συμμαθήτριά μου. Θυμάμαι πολύ καλά ότι μου ήταν αυστηρά απαγορευμένο να την επισκέπτομαι, διότι μου έλεγαν πως αν το μάθαινε κανείς θα ήταν ντροπή για την οικογένειά μας. Τα επόμενα χρόνια υπήρξε μεγαλύτερη ανοχή ως προς το θέμα αυτό. Αν και η πλειοψηφία των κατοίκων ήταν προτεστάντες, αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου ο “καθολικός” πληθυσμός και δημιουργήθηκαν περισσότερες ρωμαιοκαθολικές εκκλησιαστικές κοινότητες στην πόλη.

Οι γονείς μου πίστευαν στο Θεό, αλλά δεν έκαναν πράξη αυτή τους την πίστη, δηλαδή δεν πηγαίναμε ποτέ τις Κυριακές στην εκκλησία, δεν προσευχόμασταν-τουλάχιστον όχι όλοι μαζί ούτε καν πριν από τα γεύματα-και το θέμα «Θεός» ήταν ανύπαρκτο στο σπίτι μας.

Όμως στο σπίτι των παππούδων μας έμενε μία μεγάλη, ευαγγελική αδελφή διακόνισσα, η οποία ήταν παλαιότερα νηπιαγωγός. Ήταν σαν ένα φως για μένα. Κάθε φορά που επισκεπτόμουν τους παππούδες μου, εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία να «εξαφανιστώ» και να επισκεφτώ αυτή την αδελφή. Μου διηγούταν συνεχώς για τον Ιησού, για τα θαύματα που έκανε, πώς την είχε βοηθήσει επανειλημμένως και ποικιλοτρόπως, για τον παράδεισο, τον ουρανό, τους αγγέλους και προσευχόταν μαζί μου. Ο χρόνος μαζί της κυλούσε πολύ γρήγορα! Ήμουν πάντα λυπημένη, κάθε φορά που άκουγα μια φωνή να μου λέει: «Μα πού είσαι πάλι; Έλα γρήγορα»! Οι παππούδες δεν έβλεπαν με καλό μάτι το γεγονός ότι περνούσα τόσο πολύ χρόνο με αυτή την «ευλαβή θεία».

Ένα βράδυ, όταν ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών, ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου και σκεφτόμουν πόσο φρικτά κουραστικό θα πρέπει να είναι για τον πατέρα Θεό το γεγονός ότι δεν μπορεί να ξεκουραστεί ποτέ. Πάντα θα έπρεπε να αγρυπνά πάνω από τους ανθρώπους και να προσέχει να μην τους συμβεί κανένα κακό. Εγώ Του πρότεινα όλες τις πιθανές λύσεις, όπως π.χ. το να εναλλάσσεται με τον Υιό Του ή με τους αγγέλους. Στο τέλος Του είπα ότι ήθελα τόσο πολύ να Τον βοηθήσω και ότι δε θα με πείραζε καθόλου πού και πού να μένω τις νύχτες ξάγρυπνη, αλλά αυτό πάλι δε θα βοηθούσε τους ανθρώπους. Από τη μια ήταν πολύ παιδικό όλο αυτό το σκεπτικό μου, από την άλλη όμως το εννοούσα πραγματικά και ποτέ δεν το ξέχασα, αν και τα επόμενα χρόνια το λησμόνησα. Μετά άρχισαν τα σχολικά μου χρόνια. Ήμουν απασχολημένη με άλλα πράγματα.

Ναι μεν δεν αμφέβαλλα ποτέ για την ύπαρξη του Θεού, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία για μένα και τη ζωή μου. Ήταν σαν δύο ξεχωριστά πράγματα που δεν είχαν καμία σχέση το ένα με το άλλο. Όλη η εφηβεία μου ήταν επηρεασμένη από το γεγονός ότι πάντα ήθελα να είμαι όπως οι άλλοι(κάτι που ποτέ μου δεν κατάφερα, αφού ήμουν πάντα στο περιθώριο, πράγμα που πρέπει να οφείλεται εν μέρει και στην άχαρη εξωτερική μου εμφάνιση). Δοκίμασα όλα όσα έκαναν και οι άλλοι, τσιγάρα, καπηλειά, μαριχουάνα, ροκ μουσική κλπ. Τότε ήμουν σε μία ομάδα, αλλά τον περισσότερο χρόνο καθόμουν μόνη σε μία γωνιά. Έτσι ποτέ δεν ενσωματώθηκα, παρόλο που προσπάθησα πολύ.

Συνεπαρμένη από θείο έρωτα

Όταν ήμουν δεκαεπτά ετών έγινε μία σημαντική αλλαγή στη ζωή μου. Πάντα είχα μεγάλη αγάπη για τη μουσική, έπαιζα κάποια όργανα και ήθελα αργότερα να σπουδάσω μουσική.

Κάποιος έδωσε στη μαμά μου δύο εισιτήρια για μία συναυλία. Επρόκειτο για το “Κατά Ματθαίον Πάθη” του Joh. Seb. Bach, που είναι τα πάθη του Χριστού κατά το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Η συναυλία θα λάμβανε χώρα τη Μεγάλη Παρασκευή.

Οι προτεστάντες δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη θεία λειτουργία τη Μεγάλη εβδομάδα, γι` αυτό συχνά πραγματοποιούνται οι λεγόμενες «θρησκευτικές συναυλίες» τις οποίες παρακολουθεί κανείς για περισυλλογή και εσωτερική ηρεμία. Η συναυλία διήρκησε τρεισήμισι ώρες. Βασικά δεν μπορώ να περιγράψω τι συνέβη μέσα μου. Το άγιο ευαγγέλιο σε συνδυασμό με αυτή τη συναρπαστική μουσική με άγγιξε βαθύτατα και συγκλόνισε την καρδιά μου (Κάτι παρόμοιο διάβασα-παρεμπιπτόντως-στη βιογραφία του πατέρα Σεραφείμ Ρόουζ). Ήμουν συνεπαρμένη και εντυπωσιασμένη από την αγάπη του Ιησού Χριστού, ο οποίος υπέκυψε για εμάς και για τις αμαρτίες μας στο Σταυρό. Αυτή η αγάπη έγινε ακριβώς εκείνη τη στιγμή πραγματικότητα για εμένα και με γέμιζε ολοκληρωτικά. Δεν ξέρω για πόση ώρα καθόμουν μόνη στην εκκλησία και έκλαιγα. Ήξερα μόνο ένα πράγμα, ότι ήθελα να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη. Αυτό ήταν ξεκάθαρο στην καρδιά μου. Αργότερα αναρωτιόμουν συχνά για ποιο λόγο είπα «Θέλω να γίνω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη» και όχι «Θέλω να δώσω μία απάντηση σε αυτή την αγάπη». Δεν το καταλάβαινα, αλλά φαινόταν να έχει κάποια σημασία. Από εκείνη τη μέρα άλλαξε η ζωή μου. Την επόμενη μέρα αγόρασα μία Βίβλο. Κρέμασα ένα σταυρό στο δωμάτιό μου και, αντί να πηγαίνω τα βράδια στα καπηλειά, διάβαζα την Αγία Γραφή και προσευχόμουν. Μετά πήρα την απόφαση να σπουδάσω εκκλησιαστική μουσική. Σκεφτόμουν πως, αφού ο Θεός με άγγιξε τόσο με αυτό τον τρόπο και μου χάρισε ένα ταλέντο, τότε θέλω να βοηθήσω να μπορέσουν και άλλοι άνθρωποι να αποκτήσουν παρόμοια εμπειρία. Έγινα μέλος της εκκλησιαστικής χορωδίας της πόλης μας και άρχισα να παρακολουθώ ένα τμήμα της εκκλησιαστικής μουσικής και μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου. Έτσι άλλαξε και το φιλικό μου περιβάλλον. Τα επόμενα τρία χρόνια τα αφιέρωσα τελείως στην εκκλησιαστική μουσική, στις νέες γνωριμίες, στην Αγία Γραφή και παράλληλα και στο σχολείο.

Προτεσταντισμός ή ρωμαιοκαθολική “εκκλησία”

Μία φίλη έπαιζε προσωρινά εκκλησιαστικό όργανο σε μία “καθολική” εκκλησιαστική κοινότητα της πόλης μας. Κάποιο Σάββατο βράδυ συνεννοηθήκαμε να την περιμένω έξω από την εκκλησία για να βγούμε μαζί. Κατά λάθος πήγα μία ώρα νωρίτερα και έτσι αποφάσισα να πάω μαζί της στον εξώστη και να παρακολουθήσω τη θεία λειτουργία «αφ’ υψηλού», αντί να περιμένω έξω από την εκκλησία. Κατά κάποιον τρόπο ήταν διαφορετική από τη θεία λειτουργία που γνώρισα στην ευαγγελική εκκλησία. Ήταν κάπως πιο υπερβατικά και μου έκανε καλή εντύπωση. Από τότε δεν μπορούσα να ησυχάσω και ήθελα να ανακαλύψω τι ήταν αυτό το διαφορετικό που με συγκίνησε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα επισκεπτόμουν τα βράδια του Σαββάτου τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και παρακολουθούσα την απογευματινή ακολουθία των καθολικών, ενώ τα πρωινά της Κυριακής παρακολουθούσα τη θεία λειτουργία της ευαγγελικής εκκλησίας. Το πρώτο με έλκυε όλο και περισσότερο. Στην ευαγγελική “εκκλησία” μου έλειπε η υπερβατικότητα, φαινόταν σαν να πρόκειται για ένα ανθρώπινο σχήμα, όπου τους ανθρώπους τους συνδέει ένα κοινό ενδιαφέρον, δηλαδή ο Θεός. Στη ρωμαιοκαθολική “εκκλησία” ένιωθα κάτι σαν μία υπέρβαση. Τους ανθρώπους τους ένωνε κάτι το οποίο τους υπερβαίνει και είναι εντελώς διαφορετικό από ό,τι συμβαίνει σε ένα σύλλογο ή σε μία κοινότητα με κοινά ενδιαφέροντα. Ιδιαιτέρως μου άρεσε η θεία Ευχαριστία σε αντίθεση με την μετάληψη της ευαγγελικής εκκλησίας, η οποία ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη σημασία για εμένα. Μιλούσα συχνά με τον ιερέα της κοινότητας ο οποίος διακατεχόταν από σύγχρονες απόψεις. Ως προτεστάντισσα είχα φυσικά σοβαρά προβλήματα με τον παπισμό! Αλλά για τον ιερέα αυτό δεν ήταν πρόβλημα. Ή καλύτερα να πω ότι ήταν πρόβλημα, αλλά το είχε λύσει με τον τρόπο του, με τον ίδιο τρόπο δηλαδή που το είχε ακούσει και στις διαλέξεις από τον καθηγητή του πανεπιστημίου. (Τα επόμενα χρόνια αφαιρέθηκε από τον καθηγητή του η άδεια διδασκαλίας στη Ρώμη).Ο καθηγητής έλεγε: «Ο πάπας είναι στη Ρώμη και εμείς είμαστε εδώ. Τι γνωρίζει για εμάς; Ας ασχοληθεί εκείνος με την εκκλησία της Ρώμης κι εμείς εδώ με τη δική μας». (Αυτή η άποψη φυσικά κάθε άλλο παρά ρωμαιοκαθολική ήταν και άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο τη δεκαετία του `80.)

Αυτό που τελικά με ώθησε στο να γίνω ρωμαιοκαθολική ήταν η εμπειρία αυτής της υπέρβασης και προπάντων η ευχαριστία, δηλ. η πίστη ότι κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας μεταβάλλονται ο άρτος και ο οίνος πράγματι σε σώμα και αίμα Χριστού, ότι δηλαδή όλο αυτό ήταν μία πραγματικότητα και όχι κάτι το συμβολικό. Ένας άλλος λόγος ήταν η λειτουργία , διότι στην ευαγγελική “εκκλησία” δεν υπήρχε λειτουργία υπό αυτή την έννοια. Η θεία λειτουργία αποτελείται μόνο από το ανάγνωσμα της Αγίας Γραφής, ένα μεγάλο κήρυγμα και πολλά τραγούδια και περίπου μία φορά το μήνα από τη λεγόμενη «θεία κοινωνία» αμέσως μετά τη λειτουργία. Τον Οκτώβριο του 1982 έγινα λοιπόν ρωμαιοκαθολική. Αναλογιζόμενη σήμερα τον τρόπο με τον οποίο έγινε όλο αυτό κουνάω το κεφάλι μου, γιατί ήμουν τυφλή. Είχαμε αποφασίσει να γιορτάσουμε με μία “λειτουργία” στο σπίτι (Hausmesse), μέσα σε οικογενειακή ατμόσφαιρα. Η γιορτή δεν έλαβε χώρα στην εκκλησία, αλλά στο σαλόνι του σπιτιού του ιερέα. Μπορούσα να επιλέξω η ίδια το ανάγνωσμα του ευαγγελίου και, αντί για ένα κήρυγμα, ανταλλάξαμε όλοι μαζί κηρύγματα-σύμφωνα με τα εδάφια του ευαγγελίου που είχαμε επιλέξει-ενώ καθόμασταν στον καναπέ. Αυτό ονομαζόταν λειτουργία του λόγου. Για τη γιορτή της ευχαριστίας καθόμασταν όλοι μαζί γύρω από την τραπεζαρία η οποία χρησίμευε ως Αγία Τράπεζα. Ναι μεν έπρεπε να πω μαζί με τους υπόλοιπους το σύμβολο της πίστεως, αλλά κανείς δε μου ζήτησε να ομολογήσω το εξής: «Πιστεύω και ομολογώ όλα όσα πιστεύει, διδάσκει και διακηρύττει η αγία καθολική εκκλησία ». (Αυτό το αντιλήφθηκα μετά από 24 χρόνια, όταν κάποιος μου είπε «Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις την εκκλησία μας έτσι απλά, αφού έκανες αυτήν την ομολογία»).

Έτσι λοιπόν έγινα  ρωμαιοκαθολική. Και τώρα; Η εκκλησιαστική μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στην ευαγγελική εκκλησία, στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία όμως είναι δευτερεύουσα. Επιπλέον η εκκλησιαστική μουσική εδώ δε μου φαινόταν και πολύ ελκυστική. Δημιουργήθηκε με ταχείς διαδικασίες μετά τη Β` σύνοδο του Βατικανού, όταν επιτράπηκε η τέλεση της λειτουργίας στην εκάστοτε γλώσσα της χώρας, και δεν είχε καμία παράδοση. Εκτός από αυτό σκεφτόμουν πως έπρεπε κάπως να δραστηριοποιηθώ σε μία κοινότητα και, επειδή ως γυναίκα δεν μπορούσα να γίνω ιερέας, αποφάσισα να σπουδάσω θεολογία, για να γίνω ιεροκήρυκας. Συνέχιζα να μελετώ πολύ την Αγία Γραφή και πιο πολύ από όλα με άγγιζαν βαθύτατα οι ονομαζόμενες παραβολές. Με άγγιζε κάθε φορά που έλεγε ο Ιησούς στον πλούσιο νεανία: «Ύπαγε, πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δεύρο ακολούθει μοι.»(Ματθ.ιθ.21).Σε κάποιον άλλον είπε: «Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς »(Ματθ.η.22) ή «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επ` άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού»(Λουκ.θ.62). Με άγγιζε και με πονούσε. Ήθελα να κάνω την πίστη μου επάγγελμα και το βασικότερο πράγμα στη ζωή μου. Αλλά με ποιον τρόπο; Μήπως έπρεπε να φύγω από το σπίτι μου χωρίς μία δραχμή, χωρίς δεύτερο πανωφόρι, χωρίς τίποτα και απλά να αναχωρήσω, έτσι όπως λέει το ευαγγέλιο; Αλλά προς τα πού;

Στην αναζήτηση για το δικό μου μοναστήρι

Πριν από την έναρξη των βασικών σπουδών μου έπρεπε πρώτα να παρακολουθήσω για ένα χρόνο κάποια μαθήματα για την εκμάθηση της λατινικής γλώσσας και της ελληνικής γλώσσας της Βίβλου. Αυτό το διάστημα συνέβη πάλι ένα γεγονός, που μου έδειξε το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσω. Καθώς ξεφύλλιζα μία μέρα ένα περιοδικό στην αίθουσα αναμονής ενός γιατρού, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για ένα μοναστήρι των Βενεδικτίνων. Αυτό με ενδιέφερε! Ίσως να ήταν αυτή η απάντηση για την υπαρξιακή μου απορία. Ήμουν πεπεισμένη ότι υπήρχαν μοναστήρια μόνο στο μεσαίωνα. Όπως είπα, έμενα σε μία ευαγγελική περιοχή, στην οποία δεν υπήρχαν μοναστήρια. Την επόμενη μέρα πήρα αμέσως τηλέφωνο, για να ρωτήσω, μήπως μπορούσα κάποια στιγμή να τους επισκεφτώ. Η απάντηση ήταν θετική και επί  εβδομάδες χαιρόμουν για τις ερχόμενες διακοπές που θα περνούσα εκεί. Ήμουν βαθύτατα εντυπωσιασμένη με την ησυχία, τις ακολουθίες ωρών-κατά τις οποίες οι αδελφές συγκεντρώνονταν κάθε τρεις ώρες στην εκκλησία-, με τη χειρωνακτική εργασία, τους ίδιους καθημερινούς ρυθμούς, κατά τους οποίους μπορούσε να αναπαυθεί η ψυχή. Παρ’ όλο που όλα αυτά μου άρεσαν, κάτι μου έλειπε και εκεί.

Έμαθα ότι υπήρχαν διάφορα τάγματα, με διαφορετικούς κανονισμούς και διαφορετικό πνεύμα. Γνώρισα τις Φραγκισκανές μοναχές, το κάρμελ και μερικά άλλα. Παντού μου άρεσε κάτι, αλλά πάντα κάτι μου έλειπε, όμως τι; (Την απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα την έπαιρνα πολλά χρόνια αργότερα). Πάντως είχα ξεκαθαρίσει πλέον μέσα μου ότι σε κάθε περίπτωση ήθελα να αφιερώσω τη ζωή μου στο Θεό και να γίνω μοναχή. Στην προσευχή μου ρωτούσα το Θεό συνεχώς πού με ήθελε, σε ποιο από όλα αυτά τα τάγματα και τις κοινότητες. Κατά την αναζήτησή μου ήλθα σε επαφή και με τη λεγόμενη χαρισματική κοινότητα.

Όμως ένιωθα λίγο άβολα με όλα αυτά. Όλοι έψελναν σε «γλώσσες», κάποιοι μιλούσαν προφητικά, όλα ήταν τελείως συναισθηματικά και για άλλη μια φορά ένιωθα ξένη. Αυτό δεν μπορούσα βέβαια να το εκδηλώσω, διότι αυτό θα σήμαινε ότι δεν ήμουν φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα και ότι κρατούσα την καρδιά μου κλειστή.

Εκείνο το διάστημα έκανα μία επίσκεψη σε μία από τις καινούργιες πνευματικές κοινότητες. Ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του `80 και αποτελούνταν από άγαμους άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι μετά από μία μεγάλη περίοδο δοκιμής (Noviziat) έπαιρναν όρκο και υπόσχονταν ακτημοσύνη, παρθενία και υπακοή. Στα μέλη συμπεριλαμβάνονταν όμως και οικογένειες με παιδιά. Τα ζευγάρια υπόσχονταν ακτημοσύνη και συζυγική αγνότητα. Αν το δει κανείς επιφανειακά τίποτα δε με συγκίνησε εκεί κατά την πρώτη μου επίσκεψη, μάλλον το αντίθετο θα έλεγα. Κάποιος επισκέπτης ρώτησε στα πλαίσια μιας συνομιλίας ποιοι ήταν οι όροι για την είσοδο στην κοινότητα, οπότε απάντησε ο ιδρυτής και υπεύθυνος της κοινότητας το εξής: «Όροι; Ένας και μοναδικός υπάρχει. Όποιος θέλει να μπει εδώ μέσα, πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο»! Αυτό ήταν! Όταν επέστρεψα το βράδυ στο σπίτι μου δε γνώριζα περισσότερα από πριν. Μόνο εκείνη η μία πρόταση δεν μπορούσε να βγει από το μυαλό μου.

Εκείνο το καλοκαίρι με προσκάλεσε ένας καλός φίλος στη Γαλλία, σε μία μεγάλη συνάντηση με διάφορες νέες καθολικές πνευματικές κοινότητες. Η ποικιλία, οι ψαλμοί, οι ισραηλινοί παραδοσιακοί χοροί, η ακολουθία των ωρών, η ευχαριστιακή λατρεία στην ησυχία. Αυτά με άγγιζαν και πίστεψα ότι επιτέλους είχα φτάσει στον προορισμό μου. Ήθελα να μπω σε αυτή την κοινότητα και να γίνω μοναχή. Επέστρεψα στη Γερμανία, έδωσα το φθινόπωρο τελικές εξετάσεις για τα θεολογικά μαθήματα που παρακολούθησα και αγόρασα ένα εισιτήριο για τη Γαλλία με τα τελευταία 300 μάρκα που μου είχε δώσει ένας φίλος μου, με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Ο άνθρωπος κάνει σχέδια και ο Θεός ορίζει. Μετά από δύο εβδομάδες έμαθα ότι όλα τα σπίτια της κοινότητας θα παρέμειναν κλειστά για τους επισκέπτες. Τι φρίκη! Και τώρα; Καθόλου χρήματα, καμία προοπτική, τι κάνω; Δόξα τω Θεώ έγινε τελευταία στιγμή μια αλλαγή. Ένα από τα σπίτια της κοινότητας πρόσφερε για το διάστημα των Χριστουγέννων ένα πρόγραμμα πνευματικών ασκήσεων και παρέμεινε ανοιχτό. Μόλις που έφταναν τα χρήματά μου για αυτό το πράγμα. Μετά από μία εβδομάδα βρισκόμουν πάλι στην ίδια κατάσταση. Όμως μία γυναίκα, η οποία επίσης συμμετείχε στο πρόγραμμα των πνευματικών ασκήσεων, με προσκάλεσε να κάνουμε μαζί μία προσκυνηματική εκδρομή. Αμέσως μετά μου έδωσε λίγα χρήματα και μου πλήρωσε το εισιτήριο του τρένου για το λεγόμενο Mutterhaus (το κυρίως μοναστήρι) σε ένα άλλο μέρος της Γαλλίας. Εκεί πέρασα άλλη μία εβδομάδα και ήμουν όλο προσμονή να μπορέσω επιτέλους να μιλήσω με τον ιδρυτή της κοινότητας και να μου επιτρέψει να εισέλθω σε αυτήν. Έμεινα εκεί για μία εβδομάδα, αλλά στο τέλος αυτής δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρο σε εκείνον ότι ο Θεός με προόριζε για εκείνη την κοινότητα. Στη διάρκεια ενός εσπερινού προσευχήθηκε για εμένα και αφού με ακούμπησε με τα χέρια του μου φανέρωσε την εντολή που δέχτηκε: «Οι δικοί μου δρόμοι δεν είναι και δικοί σου. Θα σου δείξω έναν άλλο δρόμο τον οποίο τώρα δεν μπορείς ακόμη να καταλάβεις. Αλλά απαιτώ από εσένα απόλυτη διαθεσιμότητα».

Με αυτά τα λόγια λοιπόν εκδιώχτηκα για άλλη μια φορά. Και τώρα προς τα πού; Ήμουν πραγματικά απογοητευμένη. Κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει μία εξήγηση για αυτά τα λόγια ή μία προοπτική. Μα ήθελα μόνο ένα πράγμα: Να ακολουθήσω τον Ιησού Χριστό, να του αφιερώσω τη ζωή μου. Ήταν φρικτό. Εκτός από την απογοήτευσή μου, μου δημιουργήθηκε και μία εσωτερική αμφισβήτηση, ότι δηλ. ο Θεός είτε δε με ήθελε είτε εγώ ήμουν τόσο χαζή, ώστε να μην μπορώ να βρω τη θέση μου, ή καλύτερα τη θέση στην οποία Εκείνος με προόριζε. Πάλι με λυπήθηκε κάποιος και μου έδωσε τα χρήματα για την επιστροφή μου στο σπίτι. Είχα φύγει από το σπίτι με σκοπό να μην ξαναγυρίσω ποτέ και τώρα, λίγες εβδομάδες αργότερα, βρισκόμουν πάλι εντελώς απροειδοποίητα μπροστά από το σπίτι των γονιών μου (πριν από αυτό είχα κάνει για μία εβδομάδα μία ενδιάμεση στάση σε ένα μοναστήρι στη Γαλλία, για να σιωπήσω και να ηρεμήσει η ψυχή μου. Το πρώτο το κατάφερα, το δεύτερο όχι). Οι γονείς μου φυσικά χάρηκαν που ξαναγύρισα, όμως εγώ ήμουν τελείως αποπροσανατολισμένη. Τις επόμενες δύο εβδομάδες τις πέρασα ζώντας σχεδόν αποκλειστικά στην αφάνεια και προσευχόμενη στο δωμάτιό μου. Ταυτόχρονα αντηχούσε μέσα μου συνεχώς εκείνη η πρόταση: Όποιος θέλει να μπει εδώ πρέπει να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Γινόταν μία μάχη μέσα μου. Από τη μια δε με προσέλκυε τίποτα εκεί, η ακτημοσύνη, οι περίεργες γενειοφόρες μορφές με τα παλιά ράσα, καθόλου ρεύμα, καθόλου τρεχούμενο νερό, πρωτόγονη τουαλέτα, κανένα ιδιωτικό χώρο και πολλά άλλα. Όμως εκείνη η πρόταση δε με άφηνε πια σε ησυχία. Όλο αυτό ήταν βασικά αυτό που ήθελα, αυτό που έψαχνα μέσα μου από τότε που προσηλυτίστηκα, αυτή η πλήρης αφιέρωση στο Χριστό, χωρίς να ψάχνει κανείς τίποτα πια για τον εαυτό του, να εγκαταλείψει καθετί εγκόσμιο. Λοιπόν, ήθελα να το διακινδυνεύσω. Ήταν Παρασκευή απόγευμα, αποφάσισα αμέσως να τηλεφωνήσω και να ρωτήσω αν μπορούσα να πάω για το Σαββατοκύριακο. Αν η απάντηση ήταν αρνητική, τότε θα έκλεινα αυτό το κεφάλαιο και δε θα το ξανάνοιγα ποτέ(κρυφά μέσα μου το ήλπιζα αυτό κατά κάποιο τρόπο). Η απάντηση ήταν θετική. Εντάξει λοιπόν. Την επόμενη μέρα πήγα εκεί και αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Τα εξωτερικά πράγματα δε με απωθούσαν πια τόσο πολύ και είχα μία μεγάλη συζήτηση με τον ιδρυτή που αφορούσε την εσωτερική μου αναζήτηση και τους περασμένους μήνες. Μου πρότεινε να παραμείνω στην κοινότητα για τέσσερις μήνες, μέχρι τις 15 Αυγούστου, για να μπορέσω με ηρεμία και προσευχή να ρωτήσω το Θεό για τον προορισμό μου.

Μετά από τρεις εβδομάδες είχα την εντύπωση ότι εκεί βρήκα τη θέση μου. Πιο πολύ από όλα αγαπούσα την ησυχία και τη νοερά προσευχή, αλλά μάθαινα να αγαπώ όλο και περισσότερο και την απλότητα και την αμεσότητα της ζωής και δεν ήθελα να την ανταλλάξω με μία άνετη ζωή. Εδώ έμαθα τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και από μία εντελώς διαφορετική πλευρά. Αν και είχα γίνει καθολική σε ένα δήμο, ο οποίος διακατεχόταν από ακραίο μοντερνισμό, τώρα βρισκόμουν σε μία κοινότητα, όπου την αγάπη για τον πάπα και την υπακοή σε αυτόν την έγραφαν με κεφαλαία γράμματα. Ακολουθούσε κανείς με ζήλο και κατευθυνόταν σύμφωνα με ό,τι έλεγε και έπραττε εκείνος. Αυτό μου φαινόταν αρκετά δύσκολο και ένιωθα πάντα σαν μία ανυπότακτη, που συμμετείχε σε όλα αυτά με το ζόρι. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι να αλλάξει αυτή η τοποθέτησή μου στο θέμα αυτό.

Ένα χρόνο αργότερα άρχισε για μένα η περίοδος δοκιμασίας (Noviziat). Ένα χρόνο μετά από αυτό, έδωσα τις πρώτες υποσχέσεις για τρία χρόνια. Μετά ακολούθησαν και οι ονομαζόμενες προσωρινές υποσχέσεις (για ορισμένο χρονικό διάστημα) και οι υποσχέσεις αφιερώσεως για όλη μου τη ζωή. Ωστόσο βρισκόμουν σε μεγάλη ψυχική κρίση και ήμουν αμφιταλαντευόμενη, γεμάτη αβεβαιότητα. Σκέφτηκα ότι όλα αυτά είναι εσωτερικές αμφιβολίες, κακές σκέψεις και συναισθήματα που δεν πρέπει να επιτρέψει κανείς και έτσι έκρυψα εσωτερικά όλο αυτό το «ψυχικό χάος» και έδωσα τις υποσχέσεις. Η ανεμοθύελλα κόπασε κάπως, αλλά δεν μπορούσα να ηρεμήσω πραγματικά. Αυτό μπορεί να ήταν και συμπτωματικό για την πορεία μου. Όπως ήδη ανέφερα, με έλκυαν στα διάφορα τάγματα και στις κοινότητες πολλά πράγματα, όμως πάντα κάτι, το οποίο εκείνη τη χρονική στιγμή δεν μπορούσα να ονομάσω, μου έλειπε. Σε αυτήν την κοινότητα ήταν όλα πιο εκλεπτυσμένα, ναι μεν δε μου έλειπε τίποτε πια, αλλά την πραγματική εσωτερική ηρεμία δεν τη βρήκα ούτε εδώ και δεν ένιωθα ότι έφτασα στον προορισμό μου. Εκείνους τους λογισμούς και την ακαθόριστη νοσταλγία που έβγαιναν συνεχώς από μέσα μου, εγώ πίστευα ότι έπρεπε να πολεμήσω με πνευματικό αγώνα και ότι είναι εκ του πονηρού και για αυτό το λόγο δε θα έπρεπε να επιτρέψω σε καμία περίπτωση τέτοιους λογισμούς και συναισθήματα. Σκεφτόμουν ότι την πραγματική ειρήνη και το συναίσθημα μπορεί κανείς να τα πετύχει μόνο στον τελικό προορισμό του, δηλαδή να τα βιώσει μόνο στον ουρανό. Επίσης σκεφτόμουν ότι  ο καθένας σε αυτήν τη ζωή είναι καθοδόν και ότι στην επίγεια ζωή μένει πάντα μία εσωτερική ανησυχία και μια σιωπηρή θλίψη.

Δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι θα εγκατέλειπα ποτέ αυτήν την κοινότητα. Με εξαίρεση κάποιες κρίσεις, τις οποίες όμως ο καθένας που ακολουθεί αυτό το δρόμο σίγουρα θα βιώνει, ήμουν χαρούμενη και ευτυχισμένη εκεί. Αγαπούσα τον πνευματικό μου, τον ιδρυτή της κοινότητας και τις αδελφές. Επίσης τις διάφορες διακονίες που μου ανέθεταν τις έκανα ευχαρίστως. Για να μην παρεξηγηθώ: Ακόμη και σήμερα δεν τους απεχθάνομαι. Εκτιμώ την καλή θέλησή τους, το ζήλο, την προθυμία για την πλήρη αφιέρωσή τους. Εκεί έμαθα πολλά πράγματα, για τα οποία ακόμη και σήμερα τους είμαι ευγνώμων. Παρ` όλα αυτά εγκατέλειψα την κοινότητα μετά από 21 χρόνια. Γιατί;

Ενώ στην αρχή διακατεχόμουν από μοντερνισμό, οι εξελίξεις στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία με έβαλαν με την πάροδο του χρόνου σε όλο και περισσότερες σκέψεις: όλες οι πιθανές θεωρίες, τα νέα θεολογικά ρεύματα, τα οποία υποστήριζαν ότι το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί όλο και βαθύτερα στην αλήθεια, οι πολλές αποχωρήσεις από την εκκλησία, η έλλειψη ιερέων και η έλλειψη νέων μοναχών. Επειδή οι έφηβοι δεν πήγαιναν πια στην εκκλησία, προσπαθούσαν να το αποτρέψουν με το να πειραματίζονται με διάφορους τρόπους για να τους ξανακερδίσουν: Ροκ μουσική στη λειτουργία, ντίσκο, μεσολάβηση μέσω SMS, λειτουργίες όπου οι έφηβοι πήγαιναν με Skateboard και πατίνια στην εκκλησία και άλλα παρόμοια. Είχα την εντύπωση πως καθετί ιερό πουλιόταν και προσαρμοζόταν, μόνο και μόνο για να το παρουσιάσουν στους ανθρώπους με τον πιο ελκυστικό τρόπο. Έπεφτα σε όλο και μεγαλύτερο δίλημμα. Από τη μια γινόμουν όλο και πιο συντηρητική, διότι ήμουν πεπεισμένη πως οτιδήποτε ιερό οφείλει κανείς να το διατηρήσει ιερό. Από την άλλη η κοινότητά μας ήταν οικουμενική.

Εμπνευσμένοι από τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β`, ο οποίος άρχισε να προσεύχεται μαζί με τους εκπροσώπους των διφορων θρησκειών, γράφτηκε και στη δική μας κοινότητα ο διάλογος με τις θρησκείες με κεφαλαία γράμματα. Ήμασταν ανοιχτοί σε άλλα θρησκεύματα, σε άλλες θρησκείες και πνευματικά ρεύματα -φυσικά με την ελπίδα να τους προσηλυτίσουμε στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Ένας τρόπος έκφρασης αυτών ήταν η μουσική. Για παράδειγμα διαλογιζόμασταν με ειδικούς ψαλμούς που έμοιαζαν με το ινδουιστικό μάντρα (ινδουιστική προσευχή), μόνο που λέγαμε π.χ. το όνομα «Jeschuah» για να έρθουμε σε εσωτερική συγκέντρωση και ηρεμία. Κατά την ώρα των προσευχών μας ενσωματώσαμε όμως και ορθόδοξα στοιχεία, έτσι ψέλναμε π.χ. το Σάββατο βράδυ αποσπάσματα του ορθόδοξου εσπερινού σε γερμανική γλώσσα με ρωσικές μελωδίες και άλλους ορθόδοξους ψαλμούς.

Ένα από τα κύρια καθήκοντά μου στην κοινότητα ήταν η λειτουργία.

Η συνάντηση με την ορθοδοξία – ο δρόμος για το σπίτι

Το 2005 η κοινότητα γιόρτασε τα 25 χρόνια της ύπαρξής της. Με αυτή την αφορμή επιτρεπόταν σε όλα τα μέλη της κοινότητας, που δεν είχαν πάει ακόμη στα Ιεροσόλυμα, να κάνουν μία προσκυνηματική εκδρομή. Φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα τρεις εβδομάδες πριν από το ορθόδοξο Πάσχα. Μια που ο διάλογος αποτελούσε ένα σημαντικό στοιχείο στην κοινότητά μας, συμμετείχαμε και σε λειτουργίες διάφορων θρησκευμάτων. Πήγαμε στην αρμένικη εκκλησία, στους κόπτες, στους Φραγκισκανούς, στις ρωσο-ορθόδοξες αδελφές στο μοναστήρι της Μαγδαληνής στο Όρος των Ελαιών και στην ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως. Η ποικιλία των θρησκευμάτων στα Ιεροσόλυμα ήταν εντυπωσιακή και παντού μπορούσε κανείς να ανακαλύψει κάτι.

Την πρώτη ελληνορθόδοξη λειτουργία τη βίωσα το Πάσχα στο Ναό της Αναστάσεως. Αυτό ήταν το καθοριστικό βίωμα. Μου είναι δύσκολο να περιγράψω τι ακριβώς βίωσα εκεί. Νόμιζα ότι ήμουν στον ουρανό ή ότι ο ουρανός είχε κατέβει κάτω στη γη. Τότε δε γνώριζα ακόμη τι είναι το Χερουβικόν, όμως όταν το άκουσα για πρώτη φορά, ένιωσα μία τόσο βαθιά αυτοσυγκέντρωση και σκέφτηκα πως αυτή τη στιγμή οι άγγελοι ψέλνουν μαζί με τους ανθρώπους (αργότερα έμαθα ότι το ίδιο ένιωσαν και οι δύο πρεσβευτές του Ρώσου τσάρου, όταν βίωσαν για πρώτη φορά τη λειτουργία στην Κωνσταντινούπολη). Το βαθύτερο βίωμα ήταν μία εσωτερική γνώση, μία βεβαιότητα: ΤΩΡΑ ΕΦΤΑΣΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ! Αυτή σαν να ήταν η απάντηση στην εσωτερική μου ανησυχία. Αυτό ήταν που μου έλειπε ακόμη. Όπως είπα προηγουμένως, ήταν ένα εσωτερικό βίωμα. Τότε δε γνώριζα ακόμη πολλά για την ιστορία της εκκλησίας, το Filioque, το σχίσμα κλπ.

Αυτή τη χρονική στιγμή δεν μπορούσα και δεν ήθελα ακόμη να έρθω σε ρήξη με τον ιδρυτή της κοινότητάς μας. Πρώτα ήθελα να γνωρίσω την ορθόδοξη εκκλησία πιο βαθιά. Αυτό αρχικά θα μπορούσε να συμβεί μόνο στη λειτουργία. Ποια θα ήταν όμως η συνέχεια; Μετά τη γιορτή του Αγίου Πνεύματος θα έπρεπε όλοι να αναχωρήσουμε. Και μετά…

Δόξα τω Θεώ όρισε το δρόμο μου η θεία πρόνοια!

Όπως ανέφερα προηγουμένως, το δικό μου καθήκον ήταν η λειτουργία. Έτσι στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος πήρα από τον ιδρυτή της κοινότητας την εντολή να παραμείνω, μαζί με μία άλλη αδελφή, για ένα χρόνο στα Ιεροσόλυμα και να μελετήσουμε τις διάφορες λειτουργίες. Έπρεπε να κινηθώ όπως οι μέλισσες και να μαζέψω το μέλι, δηλ. έπρεπε κάθε Κυριακή να επισκέπτομαι μία διαφορετική λειτουργία, να μαθαίνω ψαλμούς, να γράφω νότες και να βλέπω τι από αυτά θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε στη δική μας λειτουργία. Ήταν ένα καθήκον για την ένωση των εκκλησιών. Έτσι επισκεπτόμουν εναλλάξ τους Αρμένιους, τις ρωσο-ορθόδοξες αδελφές στο Όρος των Ελαιών και την ελληνορθόδοξη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως. Εκτός από αυτά έπρεπε μία φορά την εβδομάδα να τελούμε τη θεία λειτουργία σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό και με τη συνοδεία ενός καθολικού ιερέα, με σκοπό να προσευχηθούμε για την ενότητα.

Κατά τη διάρκεια αυτού του κύκλου των λειτουργιών περίμενα πάντα την επόμενη ελληνική λειτουργία. Δόξα το Θεό ήταν εκείνο το χρονικό διάστημα ένας νεαρός ορθόδοξος διάκονος φρουρός στο Γολγοθά, ο οποίος μιλούσε πολύ καλά αγγλικά και ήταν πολύ ανοιχτός. Μπορούσα να του κάνω ερωτήσεις σχετικά με τη λειτουργία, να μάθω μερικούς ψαλμούς και να ανταλλάξουμε απόψεις σχετικά με τις διαφορές της ορθόδοξης και της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Πραγματικά του χρωστάω πάρα πάρα πολλά! Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις μου με ατέλειωτη υπομονή και προπάντων δεν με επηρέασε ποτέ, πράγμα που ήταν πολύ σημαντικό για εμένα. Διότι αργότερα, στην αντιπαράθεση με τη «δική» μου κοινότητα, μου έλεγαν συνεχώς ότι με επηρέασαν οι ορθόδοξοι. Συνέβη όμως το ακριβώς αντίθετο! Από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά πιέστηκα, προσπαθούσαν διαρκώς να με πείσουν ότι εδώ ήταν η πληρότητα της αλήθειας, ότι δεν μπορούσε κανείς να παραμελήσει την υπεροχή του πάπα κλπ. Από την ορθόδοξη πλευρά έπαιρνα μόνο απαντήσεις στις ερωτήσεις μου και πληροφορίες. Φυσικά όλοι ομολογούσαν ότι ήταν πεπεισμένοι πως η ορθόδοξη εκκλησία είναι η πραγματική εκκλησία του Χριστού, αλλά ποτέ κανείς δε με πίεσε να γίνω ορθόδοξη! *

Έτσι πέρασαν οι τρεις πρώτοι μήνες με τις λειτουργίες, τη μελέτη και τις ανταλλαγές απόψεων. Ήταν μία όμορφη, εντατική αλλά και πολύ δύσκολη περίοδος για μένα, διότι δεν έπρεπε να φανερώσω ότι μέσα μου μεγάλωνε όλο και περισσότερο η έλξη προς την ορθοδοξία, διαφορετικά σίγουρα θα απαιτούσαν να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία! Μετά από αυτούς τους τρεις μήνες παρουσιάστηκε και ένα άλλο πρόβλημα. Οι βίζες μας είχαν λήξει και έπρεπε είτε να τις ανανεώσουμε είτε να επιστρέψουμε στη Γερμανία και να ξαναέρθουμε. Το τελευταίο το φοβόμουν πολύ, διότι ήμουν σίγουρη ότι ο πνευματικός μου θα αντιλαμβανόταν αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα. Ένας γνωστός ορθόδοξος ιερέας με συμβούλεψε να απευθυνθώ σε έναν ορθόδοξο επίσκοπο, μήπως μπορούσε εκείνος να με βοηθήσει στην υπόθεση με τη βίζα. Πήγα και τον βρήκα, του εξήγησα τα πάντα, του διηγήθηκα επίσης και για το βίωμά μου σε εκείνη τη λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως το Πάσχα και ότι αναρωτιόμουν όλο και περισσότερο μήπως έπρεπε να γίνω ορθόδοξη. Εάν όμως έπρεπε να επιστρέψω στη Γερμανία, τότε αυτό θα σήμαινε «το τέλος» για μένα.

Ο επίσκοπος μου έδωσε τη σοφή συμβουλή να ομολογήσω την αλήθεια στον πνευματικό μου και ιδρυτή της κοινότητας και να παρακαλέσω να απαλλαγώ για ένα έτος από την κοινότητα με σκοπό να διαβάζω, να μελετώ, να επισκέπτομαι τη λειτουργία, να γνωρίσω την ομορφιά και το βάθος της ορθοδοξίας, αλλά όμως και τις ανθρώπινες αδυναμίες και λάθη, ώστε να μπορέσω μετά από αυτό το έτος να πάρω μία ώριμη απόφαση. Μου άρεσε αυτή η συμβουλή και έτσι έγραψα ένα γράμμα στον πνευματικό μου για να τον παρακαλέσω για αυτή την απαλλαγή. Του έγραψα ξεκάθαρα ότι δεν ήθελα να πάρω την απόφαση από μία πρώτη εντύπωση αγάπης και ενθουσιασμού, αλλά ότι χρειαζόμουν το χρόνο για τη μελέτη και την εξέταση. Αυτό το αίτημά μου απορρίφθηκε με άκρα αποφασιστικότητα.

«…Το να τίθεται το θέμα της μεταστροφής μου μετά από μία τετράμηνη παραμονή, υποδεικνύει περισσότερο την ελλιπή σταθερότητα καθολικών πεποιθήσεων παρά την καθοδήγηση του Θεού. Από καθολικής απόψεως δε γίνεται αποδεκτή η απόδειξη ότι η ορθόδοξη εκκλησία αντιπροσωπεύει περισσότερο την αλήθεια του Θεού από την καθολική εκκλησία. Εκτός από αυτό μου τόνισαν ότι στάλθηκα με μία αποστολή στα Ιεροσόλυμα και για αυτό και μόνο το λόγο δε θα μπορούσα να απαλλαγώ, για να εξετάσω ένα δικό μου θέμα.

Παρακάτω ένα ακόμη απόσπασμα από την απαντητική μου επιστολή:
«…Δεν μπορώ πια να επιστρέψω! Πρόκειται για ένα θέμα συνείδησης το οποίο πρέπει και θέλω να θέσω ενώπιον όλων. Τις μέρες που πέρασαν διάβασα το γράμμα σου πραγματικά πολλές φορές και το μελέτησα προσευχόμενη και αυτό που μου έγινε ακόμη πιο ξεκάθαρο είναι ότι «βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά». Αυτήν την περίοδο δεν υπάρχει πια επιστροφή για μένα. Αυτό δε σημαίνει ότι έχω ήδη αποφασίσει να αλλαξοπιστήσω».

«…Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να με απαλλάξεις από την κοινότητα έτσι ώστε να εξετάσω το θέμα της μεταστροφής μου ως λαϊκή. Ό,τι αφορά την ορθοδοξία μου είχες γράψει ότι «πρέπει κανείς να βιώνει μία αγάπη και όχι να την εκμαιεύει». Δεν θα ήθελα να την εκμαιεύσω, θα ήθελα να της παραδοθώ ολοκληρωτικά. Η ορθοδοξία είναι για μένα ένας ολόκληρος κόσμος, μέσα στον οποίο θα ήθελα να εισχωρήσω ολοκληρωτικά, εάν αυτό είναι αληθές. Εν τω μεταξύ δεν αρμόζει σε μένα πια να αποσπώ μεμονωμένα λιθαράκια και να τα εμφυτεύω στο καθολικό πνεύμα και στην καθολική λειτουργία».

Σε μία άλλη απαντητική επιστολή μου δόθηκε η εντολή να επιστρέψω άμεσα στη Γερμανία για να ξεκαθαρίσω την κατάσταση επιτόπου. Αυτό βασικά δεν το ήθελα, γιατί φοβόμουν τη δική μου αδυναμία, μήπως και επηρεαζόμουν πάλι και έκανα πίσω. Δυστυχώς δεν υπήρχε δυνατότητα να ανανεωθεί η βίζα και παράλληλα με αυτό έμαθα ότι ο πνευματικός μου είχε κλείσει ήδη μία θέση, για να έρθει στα Ιεροσόλυμα και να μιλήσει μαζί μου, σε περίπτωση που δε θα πήγαινα στη Γερμανία.

Έτσι επέστρεψα, λοιπόν, στη Γερμανία στη «δική μου» κοινότητα και έκανα περισσότερες συζητήσεις με τον πνευματικό μου. Σε μία από αυτές τις συζητήσεις μου υπέδειξε ότι έπρεπε ,ως καθολική, να εξετάσω την απορία μου για το αν η ορθόδοξη εκκλησία είναι η αληθινή εκκλησία του Χριστού και ότι «δε θα μπορούσα να βρίσκομαι ήδη στην άλλη πλευρά, δηλαδή να είμαι ήδη ορθόδοξη» και να εξετάσω από εκεί εάν η καθολική εκκλησία είναι η αληθινή. Αυτό θα ήταν παράνομο. Ως καθολική θα έπρεπε να το εξετάσω από την καθολική πλευρά. Αυτό με έπεισε κατά κάποιον τρόπο, όπως επίσης και η διαβεβαίωση του πνευματικού μου ότι με τη λήξη του έτους και της αποστολής μου θα μπορούσα να εξετάσω το θέμα της ορθοδοξίας. Έτσι επέστρεψα στην υπακοή και στην πνευματική καθοδήγησή του. Ωστόσο ομολογώ ότι ήδη μία ώρα αργότερα στεκόμουν με κλάματα και επαναλάμβανα συνεχώς το εξής: «Τώρα έχασα τα πάντα»! Ο πνευματικός μου, μου επιβεβαίωνε συνεχώς ότι δεν είχα χάσει τίποτε, ότι θα μπορούσα να ασχοληθώ με το θέμα που με απασχολούσε, αλλά όχι τώρα. Μια που είχα επιστρέψει στην υπακοή και την πνευματική καθοδήγηση, με έστειλαν μετά από τρεις εβδομάδες ξανά πίσω στα Ιεροσόλυμα, για να συνεχίσω την αποστολή μου μέχρι την Πεντηκοστή. Τις πρώτες τρεις εβδομάδες πήγαν όλα καλά, ήμουν αποφασισμένη να εκπληρώσω την αποστολή μου και προπάντων να εξετάσω το θέμα της ορθόδοξης εκκλησίας ως καθολική -αργότερα. Όμως η καρδιά μου δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω! Μεταφορικά ένιωθα σαν έγκυος, το παιδί ήθελε να γεννηθεί -και εγώ έπρεπε αυτό να το παραμερίσω εντελώς. Αυτό για μένα έμοιαζε από θρησκευτικής απόψεως με έκτρωση! Αν είχα τουλάχιστον την άδεια να μπορώ να διαβάζω ή να ανταλλάσσω απόψεις. Όμως όλα αυτά μου τα αρνήθηκαν, το μόνο που μου επιτρεπόταν ήταν μία φορά το μήνα να παρακολουθώ τη λειτουργία. Μετά από μερικές εβδομάδες είχα γίνει μέσα μου εντελώς ράκος. Καθόμουν κλαμένη στον Άγιο Γολγοθά και δεν ήξερα πια τι έπρεπε να κάνω. Ένας ορθόδοξος μοναχός μου είπε κάποτε: «Just follow the voice of your heart» ( = «απλά ακολούθησε τη φωνή της καρδιά σου»). Βασικά η καρδιά μου ήταν ήδη ορθόδοξη.

Τα Χριστούγεννα έπρεπε πάλι να επιστρέψω εξαιτίας της βίζας στη Γερμανία. Βρισκόμουν πάλι μπροστά στο ίδιο πρόβλημα. Η καρδιά μου ήταν ήδη «στην άλλη πλευρά», αλλά αυτή τη φορά δεν ήθελα να φανερώσω τα συναισθήματά μου, διότι διαφορετικά δε θα υπήρχε επιστροφή στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο σε μία συζήτηση που είχα με τον πνευματικό μου, του είπα ότι ανυπομονώ να εξετάσω επιτέλους το θέμα της μεταστροφής μου. Έμεινε έκπληκτος και ομολόγησε ότι πίστευε βασικά, πως αυτό το θέμα δε θα ήταν πια επίκαιρο για μένα και ότι με την πάροδο του χρόνου θα ήταν περιττό. Μετά ανακοίνωσε επίσημα σε όλη την κοινότητα ότι σκόπευα ακόμη να εξετάσω αυτό το θέμα.

Επέστρεψα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα. Ήταν μία φρικτή περίοδος για μένα!

Μέσα μου ένιωθα ένα ράκος και ήμουν σε δίλημμα. Από τη μια μου έλεγε η καρδιά και η συνείδησή μου ότι η πληρότητα της αλήθειας βρίσκεται στην Ορθόδοξη εκκλησία και ότι εκείνη είναι η πραγματική Εκκλησία. Δεν ήταν μόνο εκείνο το πρώτο βίωμα. Εδώ ό,τι ήταν ιερό, το διατηρούσαν ακόμη ιερό, η λειτουργία ήταν κατευθυνόμενη προς το Θεό και δεν πουλιόταν στους ανθρώπους ούτε τους την παρουσίαζαν με ελκυστικό τρόπο, ήταν πάντοτε η ίδια, έτσι όπως μας τη δίδαξαν οι πατέρες μας. Η πίστη διατηρούταν, έτσι όπως μας την παρέδωσαν οι πατέρες και όπως κατατέθηκε στις επτά πρώτες συνόδους. Όχι συνεχώς νέες θεολογικές θεωρίες και λειτουργικά πειράματα. Εδώ βρισκόταν η πληρότητα της αλήθειας και η μία και γνήσια εκκλησία του Χριστού. Αυτή η βεβαιότητα μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέσα μου, μετά από τις πολλές συζητήσεις με το διάκονο και με μερικούς άλλους μοναχούς και μέσα από την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας. Από την άλλη ένιωθα δεσμευμένη με την υπακοή, δηλαδή να μην εξετάσω τώρα αυτό το θέμα (το οποίο δεν υφίστατο πλέον ως θέμα) και να μην ανταλλάξω απόψεις με κανέναν από τα μέλη της ορθόδοξης εκκλησίας. Προς τα πού να στρέψω λοιπόν αυτήν την εσωτερική ανάγκη;!

Ο Θεός μου έστειλε και πάλι έναν βοηθό. Ήταν ένας φίλος, ρωμαιοκαθολικός θεολόγος και διάκονος, του οποίου την αγάπη για την ορθοδοξία εγώ γνώριζα. Όταν του φανέρωσα την εσωτερική μου διαμάχη ανάμεσα στη συνείδηση και την πνευματική υπακοή, μου απάντησε: «Είναι ρωμαιοκαθολικό δόγμα το να βρίσκεται η προσωπική συνείδηση πάνω από την υπακοή στα θέματα της πίστης και της εκκλησίας». Αυτό ήταν σαν μία λύτρωση για μένα! Η απόφασή μου είχε ληφθεί. Την επόμενη μέρα πήγα και βρήκα τον Πατριάρχη, του διηγήθηκα την ιστορία μου και του φανέρωσα την επιθυμία μου να γίνω ορθόδοξη. Πήρε το σκοπό μου στα σοβαρά και με παρέπεμψε σε έναν μοναχό, ο οποίος θα μου έκανε κατήχηση. Αυτό συνέβη μία εβδομάδα πριν από την αρχή της νηστείας, δηλ. περίπου ένα χρόνο μετά την άφιξή μου στα Ιεροσόλυμα.

Σε ένα επόμενο γράμμα μου ανακοίνωσα την απόφασή μου στον πνευματικό μου και στην κοινότητα. Φυσικά δεν την αποδέχτηκαν. Ο πνευματικός μου απαίτησε να επιστρέψω άμεσα στην τέλεια υπακοή-μια που δε θα επρόκειτο για ένα θέμα συνείδησης-, να μην επιχειρήσω περαιτέρω βήματα και από αυτή τη στιγμή να διακόψω αμέσως κάθε επαφή και κατήχηση που προέρχεται από την ορθόδοξη πλευρά, μέχρι να έρθει ο ίδιος στα Ιεροσόλυμα. Ωστόσο αυτή τη φορά είχα πάρει την απόφασή μου, που ήταν οριστική και δεν ήθελα να την επανεξετάσω. Έγραψα ένα τελευταίο γράμμα στον πνευματικό μου και εγκατέλειψα την κοινότητα λίγες μέρες πριν από την άφιξή του. Εκείνη τη στιγμή δεν είχα διάθεση να έρθω σε έναν ακόμη διαξιφισμό με τον πνευματικό μου ούτε έβλεπα και κάποια προοπτική σε αυτό: Η κοινότητα ήθελε να υπηρετεί την οικουμένη -εγώ δεν έβλεπα καμία προοπτική για την ένωση των λεγομένων «αδελφών εκκλησιών». Ή ΝΑ ΠΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΗ ΟΤΙ ΓΙΑ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ “ΕΚΚΛΗΣΙΑ” ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Όλα τα άλλα αποτελούν ένα τεχνητό, ανθρώπινο σχήμα. Πόσο λυτρωτικό είναι να συμμετέχει κανείς σε μία ορθόδοξη λειτουργία και να γνωρίζει ότι είναι αμετάβλητη και όχι όπως στην καθολική λειτουργία, να πρέπει να φοβάται με ποιο πράγμα θα βρίσκεται πάλι αντιμέτωπος αυτή τη φορά. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι πολλοί ορθόδοξοι άνθρωποι δε γνωρίζουν καν πόσος πνευματικός πλούτος και τι θησαυρός τους έχει δοθεί, πόσο ευγνώμονες θα πρέπει να είμαστε για αυτό στο Θεό και πόσο υπεύθυνοι πρέπει να νιώθουμε στο να τον διαφυλάξουμε!

Εγκατέλειψα λοιπόν την κοινότητα. Και τώρα; Ούτε χρήματα ούτε σπίτι. Πού να πάω; Ήταν καταπληκτικό το πόση βοήθεια έλαβα, τόσο από πνευματικής όσο και από οικονομικής απόψεως. Μια που η βίζα μου είχε λήξει για άλλη μια φορά, μου πρότειναν να πάω για τρεις εβδομάδες σε ένα μεγάλο μοναστήρι στην Ελλάδα, για να γνωρίσω από κοντά τη μοναστική ζωή και μετά να επιστρέψω πάλι. Όταν επέστρεψα μία εβδομάδα μετά το Πάσχα δεν είχε βρεθεί δυστυχώς ακόμη ένα σπίτι για μένα στα Ιεροσόλυμα. Μου δόθηκε μία ευκαιρία στο μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου στην έρημο του Ιορδάνη. Εκεί όμως δεν ήθελα να πάω σε καμία περίπτωση! Ήθελα να παραμείνω στα Ιεροσόλυμα, τώρα που επιτέλους ήμουν ελεύθερη και μπορούσα να ανταλλάξω απόψεις με όποιον ήθελα! Ευτυχώς τελικά συμφώνησα, αλλά όμως μόνο για μία εβδομάδα, μέχρι να μου έβρισκαν σπίτι στα Ιεροσόλυμα. Μετά από μία εβδομάδα μου άρεσε εκεί στην έρημο τόσο πολύ, που παρακάλεσα να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Μου το ενέκριναν. Μετά την αποχώρησή μου από την κοινότητα υπέφερα τις νύχτες από φρικτούς εφιάλτες. Στα όνειρά μου βρισκόμουν πάντα αντιμέτωπη με την κοινότητα. Με προειδοποίησαν για το τι θα πάθαινα, εάν εγκατέλειπα την κοινότητα και “αλλαξοπιστούσα”. Αυτά τα λόγια με παρακολουθούσαν σαν σκοτεινές προφητείες συνήθως τις νύχτες, έτσι ώστε να ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και με κλάματα. Μετά από αυτήν την πνευματική σφαγή το μοναστήρι του Αγίου Γεράσιμου υπήρξε για μένα ο πρώτος τόπος, στον οποίο η ψυχή μου βρήκε ηρεμία και ειρήνη. Μετά από άλλη μία εβδομάδα, με βαριά καρδιά έκανα τη σκέψη να εγκαταλείψω πάλι αυτόν τον τόπο και έτσι παρακάλεσα να μου επιτραπεί να μείνω άλλη μία εβδομάδα. Πάνω σε αυτό ο Γέροντας Χρυσόστομος, ο ηγούμενος, μου είπε ότι μπορούσα να μείνω όσο ήθελα. Εγκάρδια επιθυμία μου και παράκλησή μου ήταν να βαπτιστώ και ο Γέροντας Χρυσόστομος δέχτηκε αυτή την επιθυμία μου με ευχαρίστηση. Την παραμονή της γιορτής του Αγίου Αποστόλου Ιούδα του Θαδδαίου με βάφτισε και μου έδωσε το όνομα Ματθαία, κατά τον απόστολο και ευαγγελιστή Ματθαίο (βασικά ήθελε να με βαφτίσει στο όνομα Μαριάμ, αλλά λίγο πριν τη βάπτιση, άκουσε μέσα του ξεκάθαρα μία φωνή να του λέει: «όχι Μαριάμ, Ματθαία». Μετά τη βάφτιση με ρώτησε ο Γέροντας, εάν είχε κάποια σημασία για μένα ο Άγιος Ματθαίος και εγώ του διηγήθηκα για το βίωμά μου εκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν άκουσα το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και είπα ότι θέλω να γίνω μία απάντηση στην αγάπη του Χριστού.

Τη νύχτα την πέρασα προσευχόμενη στην εκκλησία και την επόμενη μέρα, κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, έλαβα τη Μοναχική Κουρά από τον Γέροντα. Αυτές οι δύο μέρες ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου. «Επιτέλους έφτασες στο σπίτι σου».

Αυτό το μοναστήρι έγινε η πατρίδα μου. Και στο εξής, ναι μεν διατελώ το διακόνημά μου στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, αλλά επιστρέφω εδώ κάθε Σαββατοκύριακο.

Εν τω μεταξύ πέρασαν τρία χρόνια και όπως τότε έτσι και τώρα, ευχαριστώ το Θεό κάθε μέρα, που με οδήγησε στην Εκκλησία Του και μου χάρισε την ευλογία της Βαπτίσεως.

Μοναχή Matthaia Osswald, Γερμανία

Πηγή:

http://www.impantokratoros.gr/F61DC3C4.el.aspx

Ι. ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ

<>

Η επιστροφή μου εις Χριστόν

Παύλου Φωτίου τέως Ραββίνου της Ισραηλινής Κοινότητος Άρτης

«Μεσσίαν… ον έγραψε Μωυσής
τω Νόμω και οι Προφήται,
ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν
του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ»
Ιωάν. 1, 46

Πρόλογος

Ίσως σας είναι γνωστόν από τας εφημερίδας το προ δεκαετίας , χάριτι Κυρίου, λαβόν χώρα εις εμέ και την οικογένειάν μου μέγα γεγονός, ίσως όμως και όχι. Πρόκειται για περί της επιστροφής μας εις Χριστόν και της βαπτίσεώς μας κατά την εορτήν της Πεντηκοστής το έτος 1952 εις την Ιεράν Μητρόπολιν της Άρτης, τόσον εμού όσον και ολοκλήρου της οικογενείας μου.

Δι εμέ και την οικογένειάν μου τούτο αποτελεί μέγαν σταθμόν στη ζωή μας, δι αυτό πάντα ευχαριστούμεν τον Θεόν, διά Ιησού Χριστού του Υιού Αυτού και Θεού ημών, διά την χάριν και την τιμήν που έκαμε εις ημάς, ώστε να μας καλέση με τον τρόπον Του εις σωτηρίαν.

Η ευγνωμοσύνη μας προς Αυτόν ως και η υποχρέωσίς μας προς τους συνανθρώπους μας είναι μεγάλη, κατ’εξοχήν δε εις τους αδελφούς μας Ισραηλίτας, οίτινες παρερμηνεύοντες τας Αγίας Γραφάς απορρίπτουν μετά πείσματος και μίσους τον ήδη ελθόντα Μεσσίαν Χριστόν, Όν οι πατέρες ημών παρέδωσαν εις κρίμα θανάτου, και ο Πατήρ Αυτού ανέστησεν την τρίτην ημέραν εκ νεκρών κατά τας Γραφάς.

Μάλιστα, ιδιαιτέρως και κατ’εξαίρεσιν δι’αυτούς γράφω το βιβλιαράκι τούτο, ίνα διευκολύνω αυτούς διά των Αγίων Γραφών μήπως θελήσουν και πιστέψουν και δεχθούν ως Σωτήρα των τον Ιησούν, Όστις πλέον μέλλει να έλθη ουχί ίνα σώση αλλ’ίνα κρίνη ζώντας και νεκρούς.

Παύλος Φωτίου

ΜΕΡΟΣ Α”

ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΜΟΥ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

Από το έτος 1930 περίπου διάβαζα την Αγίαν Γραφήν, τόσον εις την εβραϊκήν γλώσσαν, όσον και εις την ελληνικήν. Αφού όμως πέρασε καιρός και εν τω μεταξύ ανέλαβον και ως επίτροπος της Συναγωγής μας είχα την ευκαιρίαν να διαβάζω περισσότερον αυτήν και να κατανοώ και περισσότερα. Εκεί πάντως που εδυσκολευόμην ήτο το πρόσωπον του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού. Εις το σημείον αυτό συναντούσα δυσκολίαν να διακρίνω εις τους προφήτας, τους ψαλμούς και την πεντάτευχον τον Μεσσίαν Ιησούν.

Πάντως πέρασαν αρκετά χρόνια, όπου τέλος ήλθε η τελευταία μας καταστροφή παρά των Γερμανών και αφού επήγα όμηρος εις την Γερμανίαν και επέστρεψα, ως φαίνεται, είδεν ο Θεός την προσπάθειάν μου εις την έρευναν των Αγίων Γραφών και εξαπέστειλεν και εις εμέ το Πνεύμα Του το Άγιον του συνιέναι τας Γραφάς. Και κατά το έτος 1952 μίαν των ημερών αυτού απεφάσισα να γίνω ως νήπιον εις τας φρένας μη παραδεχόμενος πλέον τας ψευδείς παραδόσεις των πατέρων ημών, και εδέχθην τον Ιησούν ως τον Μεσσίαν και Λυτρωτήν της ανθρωπότητας ολοκλήρου και εμού, ως τον διέκρινα πλέον εις την Αγίαν Γραφήν, προερχόμενον εκ της οικογενείας του Δαυίδ και της ρίζης Ιεσσαί. (Α” Βασ. 16,2)

Εννόησα δε αυτό μόλις απέρριψα τας βλασφήμους παραδόσεις των πατέρων μας, διά των οποίων βλασφήμουν την Θεομήτορα ως μίαν κοινήν γυναίκα (μη γένοιτο Κύριε!) ώς και τον Σωτήρα μας Χριστόν ως νόθον, και διαστρέφοντα, δήθεν, τον Μωσαϊκόν Νόμον και τον τότε λαόν του Ισραήλ. Όταν λέγω απέρριψα τον ραββινικόν νόμον, ον συνέταξαν οι γραμματείς και φαρισαίοι, ως άλλοι Άνναι και Καϊάφαι, και όλας τας συκοφαντίας κατ’αυτού ως ψευδείς και αντιθέτους των Αγίων Γραφών, τότε είδα φως και διέκρινα τον Ιησούν εις την Παλαιάν Διαθήκην.
Πάντως θα παραθέσω κατά σειράν εις την συνέχειαν τας περικοπάς της Αγίας Γραφής που με διεφώτισαν εις ανεύρεσιν του Μεσσίου Ιησού.

ΤΡΙΑΣ Ο ΘΕΟΣ

1) Το πρώτον εδάφιον της Γενέσεως του πρώτου κεφαλαίου όπου λέγει «Εν αρχήν εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Αυτό εις την εβραϊκήν το διαβάζουμε εμείς «Μπερεσύθ μπαρά ελωήμ» δηλαδή εις την αρχήν έπλασεν ο Θεός. Η λέξις όμως «ελωήμ» είναι εις τον πληθυντικόν αριθμόν και εξηγείται «Θεοί». Δεν γράφει «ελόα» ούτε «ελ» που είναι εις τον ενικόν αριθμόν ως ακούομεν τον Ιησούν εις την προσευχήν του εις τον Σταυρόν λέγοντα «Ηλί ηλί, λαμά σαβαχθανί» (Ματθ. ΚΖ 4,6) τουτ’εστί, «Θεέ μου,Θεέ μου, ινατί με εγκατέλειπες;» Ακούομεν και βλέπομεν ο Χριστός, το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, να φωνάζει εις τον Πατέρα Του.

2) Το 26ον εδάφιον του ιδίου κεφαλαίου της Γενέσεως όπου εβραϊστί λέγει «Ναασέ αδάμ μπετσαλμένου» δηλαδή «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’εικόνα ημετέραν και καθ’ομοίωσιν». Εις αυτήν την περίπτωσιν διέκρινα την ύπαρξιν δευτέρου προσώπου, του Υιού, προς τον οποίον ομιλεί ο Πατήρ του Σωτήρος Χριστού, την οποίαν πολύ σωστά έχει διατυπώσει εις το Σύμβολον της Πίστεως το «Πιστεύω» η Α” Οικουμενική Σύνοδος εις το δεύτερον αυτής άρθρον διά των εξής: «Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων». Εις το εδάφιον αυτό λοιπόν διέκρινα ότι οι Χριστιανοί έχουν δίκαιον και εμείς πλάνην. Διότι εις ποίον ομίλησεν ο Θεός προτού να πλάση τον Αδάμ, εάν ο Χριστός, ο Λόγος του Θεού δεν υπήρχεν ως υποστηρίζουν;

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕΣΣΙΑΣ

3) Το 40ον κεφάλαιον της Γενέσεως στίχος 8-10 όπου αναφέρεται η Γενεαλογία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστου, από την φυλήν του Ιούδα του υιού Ιακώβ. Εις τους τρεις αυτούς στίχους, παρουσιάζεται η αγία Τριάς και εις τον 10ον στίχον, αναφέρεται σαφώς περί του Ιησού έχων ούτω: «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα, και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ, και αυτός προσδοκία των εθνών». Αυτό κατά τους 70 μεταφραστάς. Εις το εβραϊκόν διαβάζω ούτω: «Δεν θέλει εκλείψει το σκήπτρον εκ του Ιούδα, ουδέ νομοθέτης εκ μέσου των ποδών αυτού, εωσού έλθη ο ΣΗΛΟ. και εις αυτόν θέλει είσθε η υπακοή τρων λαών». Ποιος λοιπόν είναι ο Σηλώ; Ασφαλώς ο απεσταλμένος Χριστός που εις Αυτόν πρέπει να υπακούσουν όλοι οι λαοί, ως άλλωστε το βεβαιώνει αυτό ο Μωυσής εις το Δευτερονόμιον, γράφων ούτω: «Προφήτην εκ μέσου σου θέλει αναστήσει εις σε Κύριος ο Κύριος ο Θεός σου εκ των αδελφών σου, ως εμέ αυτού θέλετε ακούει» (κεφ ΙΗ” 15) και πιο κάτω επαναλαμβάνει και προσθέτει «Προφήτην εν μέσω των αδελφών αυτών θέλω αναστήσει εις αυτούς, ως σε, και θέλω βάλει τους λόγους μου εις το στόμα αυτού, και θέλει λαλεί προς αυτούς πάντα όσα εγώ προστάζω εις αυτόν» (εδαφ. 18). Πώς λοιπόν να μη πιστέψω εις αυτόν τον (Προφήτην) που έδωσε ο Θεός, τον Ιησούν, όστις επραγματοποίησε την προφητείαν ταύτην καθ’ο ουδέν έπραξεν ή ελάλησεν Αυτός, ειμί ο Πατήρ δι” Αυτού, ως διαβάζομεν εις τον Ιωάννην (ιδ” 8-11) «Λέγει αυτώ Φίλιππoς, Κύριε, δείξον ημίν τον πατέρα και αρκεί ημίν. Λέγει αυτώ ο Ιησούς: τοσούτον χρόνον μεθ’υμών είμι, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα. Και πως συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα; ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστί; τα ρήματα α εγώ λαλώ ημίν, απ’εμαυτού ου λαλώ. Ο δε πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα. Πιστεύετέ μοι ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί». Και αλλού εδιάβασα ότι είπε «Εγώ εξ εμαυτού ουκ ελάλησα,, αλλ’ο πέμψας με πατήρ αυτός μοι εντολήν έδωκε τι είπω και τι λαλήσω… α ουν λαλώ εγώ, καθώς είρηκέ μοι ο πατήρ, ούτω λαλώ«. (Ιωάννης ιβ” 49-50)

Και διαβάζω ακόμη εις το Δευτερονόμιον «Και ο άνθρωπος όστις δεν υπακούσει εις τους λόγους μου, τους οποίους αυτός θέλει λαλήσει εν τω ονόματί μου,εγώ θέλω εκζητήσει τόυτο παρ’αυτού» (εδάφιον 19) και διακρίνω εις τα λόγια αυτά τον Θεόν Πατέρα όπου θα ομιλήση διά του Ιησού και πιστεύω απολύτως εις αυτό, διότι βλέπω ότι τα λόγια αυτά του Μωυσέως τα επραγματοποίησεν όλα ο Ιησούς, όπως διαβάζω εις την ΚΞ. Διαθήκην (το Ευαγγέλιον).

Αυτά άλλωστε που γράφει ο Μωυσής εις το Δευτερονόμιον τα εζήτησαν οι Ισραηλίται εις το όρος Σινά καθ’ημέραν εδόθη εις αυτούς ο Νόμος, ειπόντες μετά την λιποθυμίαν των να στείλη ο Θεός προφήτην να τους διδάσκει καθ’εκάστην, πράγμα που έγινεν διά του Ιησού Χριστού, Όστις εδίδασκεν καθημερινώς εις τας συναγωγάς (βλέπε Ματθ. δ» 23, Μάρκος α” 39, Λουκάς δ” 44, Ιωάννης ιη” 20) και από νεαρής ακόμη ηλικίας εις τον Ναόν του Σολωμόντος (βλ. Ιωάν. β” 41-52) επραγματοποίησεν την Γραφήν αυτήν. Αλλ’αυτοί ου κατενόησαν τας Γραφάς και εζήτησαν τον δια Σταυρού θάνατόν Του, όπερ και έγινεν επί Ποντίου Πιλάτου και Άννα και Καϊάφα αρχιερέων.

4) Το έβδομον κεφάλαιον του Ησαϊου, στίχος 14, και που ομιλεί ο Προφήτης διά την ενσάρκωσιν του θείου Λόγου, λέγων: « Θέλει στήσει Κύριος σημείον (θαύμα)* ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσιν το όνομα αυτού Εμμενουήλ». Όταν λιοπόν διάβασα αυτό, είδα το θαύμα της ενσάρκου οικονομίας. Πιστοποίησα την πραγματοποίησην των λόγων του Παύλου λέγοντος: «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον* Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α” Τιμ. γ” 16) ως και των του αγγέλου λεχθέντων εις τον Μνήστορα Ιωσήφ, όταν διενοήθη λάθρα απολύσαι την Μαριάμ: «Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» και πάλιν το «Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του προφήτου λέγοντος: «ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσιν το όνομα αυτού Εμμανουήλ» του Ησαϊου, «ο εστί μεθερμηνευόμενον μεθ’ημών ο Θεός» (Ματθαίος α” 22-23)

Όταν λοιπόν εδιάβασα, τόσον τον Ησαϊα, όσον και τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον, είδα ότι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο προφητευθείς και επ’εσχάτων των ημερών σαρκωθείς και γεννηθείς Λόγος του Θεού και επίστευσα εις Αυτόν.

Ακόμη με εβοήθησε εις το να πιστέψω, ότι πράγματι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας, η συμπεριφορά του Θεοδόχου Συμεών, όστις εις ηλικίαν περίπου 240 ετών, διότι ως ερμηνευτής της Βίβλου (εις εκ των 72 ερμηνευτών) επί Πτολεμαίου και απιστήσας αναφορικώς με την πραγματοποίησιν αυτού του εδαφίου του Ησαϊού,(Γ” 14) είχε υπόσχεσιν από τον Θεόν ότι δεν θα αποθάνη εάν δεν ιδή πραγματοποιούμενον τούτο: «Και ιδού εις άνθρωπος εν Ιερουσαλήμ (γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς) ω όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος δίκαιος και ευλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ, και Πνεύμα ην Άγιον επ’αυτού και ην αυτώ κεχρησμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου μη ιδείν θάνατον πριν η ιδή τον Χριστόν Κυρίου». Και πράγματι, ήλθεν εν τω πνεύματι εις το ιερόν όταν εγεννήθη ο Χριστός και τον έφερον οι γονείς Του κατά τον Νόμον (Λευιτικόν ΙΒ” 2-8 Έξοδος ΙΓ” 2-12) διά τον καθαρισμόν και εδέχθη εις τας αγκάλας του τον Χριστόν και είπεν: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη* ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών, φως εις αποκάλυψην εθνών και δόξαν λαού του Ισραήλ» (Λουκάς ΒΝ” 22-32).

Αυτό δι εμέ ήτο μέγα βοήθημα και σας το τονίζω διότι, εάν ο Χριστός ήτο νόθος υιός, ως υποστηρίζει το Ταλμούδ (ραβιννικός νόμος), πώς ο Συμεών τον εδέχθη μια και ο Νόμος λέγει ότι δεν επιτρέπεται νόθος υιός να εισέλθη εις τον Ναόν μέχρι δεκάτης γενεάς; Προσοχή λοιπόν, διότι είναι πλάνη αυτό και βλασφημία.

5) Ο 2ος ψαλμός, όστις αναφέρει την αποστασίαν των ανθρώπων εναντίον του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστου.

«Διατί (λέγει) εφρύαξαν τα έθνη και οι λαοί εμελέτησαν μάταια;
Παρέστησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν ομού, κατά του Κυρίου, και κατά του Χριστού αυτού, λέγοντες:

«Ας διασπάσωμεν τους δεσμούς αυτών, και ας απορρίψωμεν αφ’ημών τας αλύσεις αυτών». (Ψαλμ. Β” 1-3)

Τα οποία επραγματοποιήθησαν εναντίον του Ιησού εκ μέρους των πατέρων μας, των Γραμματέων και των Φαρισαίων και του Πιλάτου του τότε κυβερνήτου και κατακτητού των Ιεροσολύμων, οίτινες συμβούλιον εποίησαν και εσταύρωσαν Αυτόν, ίνα απαλλαγώσιν εξ Αυτού. Αλλά η υπόθεσις του Χριστού δεν ήτο μέχρι του Σταυρού, όπου έβλεπον αυτοί, αλλά και πέραν αυτού. Δι’αυτό και ο ψαλμωδός συνεχίζων λέγει:

«Υιός μου είσαι συ* γω σήμερον σε εγέννησα ζήτησον παρ’εμού,και θέλω σοι δώσει τα έθνη κληρονομίαν σου και ιδιοκτησία σου τα πέρατα της γης» (ψαλμ Β” 7-8).
Δηλαδή μετά την Ανάστασίν Του το όνομά Του θα γίνη πιστευτόν εις όλον τον κόσμον, κατά το «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. ΚΗ” 18). Ώστε με βάση αυτά δεν ήτο δυνατό να μη πιστεύσω ότι ο Χριστός ήτο ο Μεσσίας.

6) Η σταυρική θυσία του Ιησού, η οποία σταυρική θυσία του Ιησού υπάρχει εις τον προφήτην Ησαϊαν εις το ΝΓ” κεφάλαιον.

Διότι τις θα δυνηθή να αμφισβητήση ότι ο Χριστός, ο φερόμενος ως άκακον αρνίον ενώπιον του Πιλάτου, των Γραμματέων και Φαρισαίων αμίλητος, και ενώπιον των αρχόντων διά τας αμαρτίας ημών, και που εσταυρώθη μεταξύ των κακούργων δεν είναι ο αμνός του Θεού.

7)Μία προσευχή του Χριστού που έκαμε επί του Σταυρού και που έχει γραφεί 1000 χρόνια προ Χριστού διά του Δαυίδ εις τον 22ον ψαλμόν ως εξής:

«Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλειπες» (ψαλ. ΚΒ” 1) και (Ματθ. ΚΗ” 46) και εν συνεχεία μία άλλη λεπτομέρεια που γράφεται εις τον ίδιον ψαλμόν «ετρύπησαν τας χείρας μου και τους πόδας μου» (στίχος 6) και που διαβάζομεν ότι έλαβε χώραν εις τον Ιησούν (βλ. Ματθ. ΚΖ” 35). Και ακόμη το «Διεμερίσθησαν τα ιμάτιά μου εις εαυτούς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον» (στιχ 18) βλέπε και (Λουκας ΚΓ” 34) όπου αυτά έγιναν όλα εις το πρόσωπον του Χριστού. Πώς να μη πιστέψω ότι είναι ο Μεσσίας;

Και ένα ακόμη που έχει σχέση με την αμοιβή του Θεού προς τον Υιό που το λέγει και το κάμνει. Δηλαδή εις αντίκρυσμα όλων αυτών που θα σου κάμουν εγώ θα σε αναστήσω. «Διότι δεν θέλεις εγκαταλείψει την ψυχή μου εν τω άδη, ουδέ θέλεις αφήσει τον Όσιόν σου να ιδεί διαφθοράν» (ψαλ. 16,10) και εν συνεχεία πιστεύω εις την ανάστασην του Ιησού, διότι και πάλι διαβάζω εις τον ψαλμόν το: «είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου* κάθου εκ δεξιών μου έως αν θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου» (ψαλ. ΡΘ” 1).

Πώς λοιπόν να πιστέψω τα ψεύδη των Ραββίνων, ότι δήθεν εκλάπη ο Ιησούς και ουχί ανέστη, αφού ο Δαυίδ προφητεύει, τόσο την ανάστασιν, όσον και την ανάληψιν αυτού;

Ακόμη,πώς να μη πιστέψω εις την ανάληψιν του Ιησού αλλά εις την κλοπήν Αυτού,αφού και μετά την Ανάστασιν Αυτού ευρέθησαν τα οθόνια και το σουδάριον τα οποία ήσαν κολλημένα εις το σώμα Του, με ειδικόν μίγμα κολλητικόν ως εσυνήθιζον οι τότε να ενταφιάζουν; Πώς να μην παραδεχθώ λοιπόν την Ανάστασιν,αφού ως Παντοδύναμος Θεός άφησε τον Τάφο κενό και τας αποδείξεις της Αναστάσεώς Του;

Τον επίστευσα λοιπόν ως γεννηθέντα, σταυρωθέντα, αναστάντα, αναληφθέντα εις ουρανούς και ότι θα έλθη πάλιν κρίναι ζώντας και νεκρούς και αλλοίμονον εις εκείνους που δεν τον εδέχθησαν.

Εν ακόμη σοβαρόν ζήτημα που εβοήθησεν εις την επιστροφήν μου εις Χριστόν είναι το χρήμα. Το χρήμα το οποίον διέθεσαν και διαθέτουν ακόμη οι εχθροί του Χριστού, διά να μη διαδοθή η έλευσίς Του, η σταύρωσίς Του, η ανάστασίς Του, αρχής γενομένης από τα οποία θα διετίθεντο διά την αγοράν του αγρού του κεραμέως, διότι ήτο αξίας αθώου αίματος το οποίον χρησιμοποιείται μέχρι σήμερον ως νεκροταφείον των ξένων, Ζαχ. ια” 12-13.

Αλλ” επίσης χρήματα εδόθησαν εις τους στρατιώτας, ίνα καλύψουν την ανάστασιν και διαδόσουν οι στρατιώται ότι εκλάπη υπό των Μαθητών και ουχί ανέστη. Το χρήμα λοιπόν είναι αυτό που εξαγοράζει συνειδήσεις. Αυτό που κλείει μάτια σοφών και διαστρεβλώνει γνώμας συνετών, ως διαβάζομεν εις την Πεντάτευχον.
Πόσοι και πόσαι σήμερον δεν δωροδοκούνται ίνα κρύψουν την ύπαρξιν του Σωτήρος, και εν τούτοις ο Μεσσίας Χριστός ήλθε.

Μας το επληροφόρησαν οι μυροφόρες. Μας το εβεβαίωσαν η ποτέ Σαμαρείτις, ήτις συνεζήτησε μαζί Του, και το επεκύρωσεν ο εκ γενετής τυφλός, ο παράλυτος και τόσοι άλλοι.

ΜΕΡΟΣ Β”

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΝ ΜΟΥ

Ήτο η περίοδος του Τριωδίου, συγκεκριμένως η δευτέρα εβδομάς του Ασώτου, εποχή κατά την οποίαν μας προειδοποιεί ο Θεός να μετανοήσωμεν και να νηστεύσωμεν, ίνα εορτάσωμεν τα φρικτά Του πάθη και την σταύρωσίν Του. Κατ’αυτήν λοιπόν την εποχήν είδον εις τον ύπνον μου τα εξής: Είδον ότι έκαμνα τον εσπερινόν του Σαββάτου και ενώ μελετούσα την Πεντάτευχον εκ της περγαμηνής, εις την περικοπήν της εξόδου εκ της Αιγύπτου, βλέπω εκεί μέσα τρεις λέξεις ελληνικές με χρυσή μελάνη που έλεγον «Πίστις ελευθερία πατρίς». Γυρίζοντας δε την επομένην σελίδα βλέπω πως ευρισκόμην εις ένα οίκημα μεγάλο και εις την πύλην αυτού ίσταντο δύο στρατιώται.

Εκείνην ακριβώς την στιγμήν παρουσιάσθη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μαζί με τον βασιλέα των Ελλήνων Παύλον. Κτυπά την πύλην ο Κύριος και αμέσως κατεβαίνω κάτω και του ανοίγω. Μπαίνοντας μέσα ο Χριστός, έβγαλε από την τσέπη Του μία φωτογραφία με 360 πρόσωπα και μου την έδωσε στα χέρια. Αφού όμως εγώ δεν ημπορούσα να εννοήσω λαμβάνει τον λόγον ο Ίδιος και μου λέγει:

«Τόσοι φύγατε (όμηροι) και τόσοι γυρίσατε από την Άρτα. 360-30. Είναι καιρός να μετανοήσητε διά την αμαρτίαν των πατέρων σας, που ήτο η σταύρωσίς μου» και εν συνεχεία μου έδειξε τας τρύπας των χειρών Του. Και αφού με εφώτισεν διά την ερμηνείαν του 26ου κεφαλαίου του Λευιτικού, αμέσως έγινεν άφαντος. Τότε εμείναμε μόνοι με τον βασιλέα Παύλον που και αυτός μου είπε τα ίδια.

Αυτό μου το όνειρον έγινε η αιτία ώστε η πίστις μου να θερμανθή διά τον Χριστόν ως Μεσσίαν της ανθρωπότητος. Το περιστατικόν δε αυτό το ανεκοίνωσα εις τους τότε ιδικούς μου, που άλλοι επίστευσαν εν μέρει, άλλοι δε καθόλου. Πάντως εγώ προχωρούσα σταθερά πλέον προς το βάπτισμα μεθ’όλης της οικογενείας μου.
Δευτέρα εμφάνισις του Κυρίου ημών

Μετά παρέλευσιν δύο περίπου μηνών και αφού εσυνέχισα την μελέτην διαφόρων βιβλίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και παρακολουθούσα τας θείας αυτής Λειτουργίας, εφθάσαμε εις την Μεγάλην Πέμπτην.

Το βράδυ της Μ. Πέμπτης έπεσα για ύπνο πολύ στεναχωρημένος (εξ αιτίας αυτών που είχα ακούσει εις την Εκκλησίαν κατά τη Μ. Εβδομάδα) και είδα διά δευτέραν φοράν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως εξής:

“Ητο ως προείπον Μ. Πέμπτη βράδυ και είδα ότι ήμουν μαζί με την οικογένειαν που εξοντώθη εις την Γερμανίαν και συντρώγαμε εις τον διάδρομον του σπιτιού μου. Σε μια όμως στιγμή εκτύπησε η πόρτα του σπιτιού και εισήλθε ο διανομεύς του ταχυδρομείου της Άρτης και μου έδωσε ένα γράμμα στα χέρια. Άνοιξα το γράμμα και είδα μέσα την φωτογραφίαν που μου έδωσεν την πρώτην φοράν ο Κύριος, ως και μία παραίτησιν ως Ραββίνου της Κοινότητος που ήμουν. Και πάλιν έμεινα εκστατικός με την φωτογραφίαν των 360 ατόμων.

Εκείνην δε την στιγμήν ηκούσθη μία άγνωστος φωνή μέσα από το σπίτι ήτις μου είπε: « Τόσοι φύγατε και τόσοι γυρίσατε. Είναι καιρός να μη ακούσης κανέναν. Πάρε την οικογένειάν σου και έλα μαζί μου, η αμαρτία των πατέρων σας σας παιδεύει. Μετενόησε και έλα μαζί μου για να σωθής».

Από εκείνην την στιγμήν η πίστις μου εθερμάνθη έτι περισσότερον και ανεκοίνωσα αυτό εις την οικογένειάν μου προτρέποντας αυτήν ίνα μεταβώμεν το συντομώτερον εις τον Μητροπολίτην κ.κ. Σεραφείμ προς κατήχησιν και βάπτισιν.
Εξημερώνοντας όμως επληροφορήθην από κάποιο μου φίλο ότι οι τότε αδελφοί μου Ισραηλίται είχον σχέδιον καταστρώσει ίνα, εάν επήγαινα εις την Συναγωγή των το Σάββατον να με έκαμνον αποσυνάγωγον, ως άλλοι Γραμματείς και Φαρισαίοι επί ημερών Κυρίου.

Πληροφορηθείς λοιπόν τούτο απέφυγον και έτσι την τρίτην ημέραν του Πάσχα μετέβημεν εις την Μητρόπολιν προς κατήχησιν δίδοντες υπόσχεσιν εις τον Σεβασμιώτατον, ότι θα τον ειδοποιήσωμεν 10 ημέρας προ της βαπτίσεώς μας.

Τρίτη εμφάνισις του Κυρίου ημών

Επέρασαν 40 ημέραι από το Πάσχα και ήτο η νύκτα της Αναλήψεως του Κυρίου εις τους ουρανούς, κατά την οποίαν εορτάζεται η Πεντηκοστή των Ισραηλιτών που ημείς ως Ισραηλίται τότε είχαμε συνήθεια να διανυκτερεύωμεν εις διάφορα σπίτια από 20 και πλέον άτομα εις τον καθένα και να μελετώμεν την παράδοσιν του Μωσαϊκού Νόμου εις το Όρος Σινα.

Εκείνην λοιπόν την νύκτα μαζί με την οικογένειάν μου μελετούσαμε ένα βιβλίο που είχε ένα διάλογο του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου με ένα Ραββίνον όνομα Ερβάν, τους οποίους είχεν καλέσει κάποιος βασιλεύς της Αιθιοπίας διά να συζητήσουν περί Χριστου.

Και αφού ο Αρχιραββίνος εζήτησεν 40 ημέρας προθεσμίαν ίνα μελετήση την Αγίαν Γραφήν και μετά να συζητήσουν περί Χριστού και παρουσιασθείς μετά 70 διδασκάλων συνεζήτησαν επί 3 ημερόνυκτα που στο τέλος οι Ισραηλίται είπον, ότι θα επίστευον με την προϋπόθεσιν να εφανερώνετο ο Κύριος και εις αυτούς, όπερ και εγένετο.

Αλλά λόγω της ολιγοπιστίας των Ιουδαίων μόλις εφανερώθη ο Κύριος εις αυτούς διά των θυρών κεκλεισμένων (που κατήλθεν εις νεφέλην εντός του δωματίου) προσηυχήθη ο Αρχιεπίσκοπος και ετυφλώθησαν. Εις την συνέχειαν ως ήσαν τυφλοί ηξίωσεν ο Αρχιεπίσκοπος να βαπτισθούν και πράγματι εβαπτίσθησαν και μετά το βάπτισμα ήνοιξαν τα πραγματικά μάτια της ψυχής των και επίστευσαν απολύτως εις τον Σωτήρα της ανθρωπότητος Χριστόν τόσον αυτοί, όσον και ο Βασιλεύς αυτών και οι αυλικοί του που ήσαν ειδωλολάτραι ως και 1500 περίπου άτομα της πόλεως εκείνης.

Εις την εμφάνισιν του Κυρίου ήμουν μόνος μου ξύπνιος και καθ’ην ώραν εμελετούσα αυτά, ακούω κατά τας 12 (μεσάνυχτα) τρία κτυπήματα εις την οροφήν του σπιτιού μου έντρομος έκλεισα το βιβλίο και επήγα για ύπνο.

Μόλις όμως έπεσα στο κρεβάτι, άκουσα να κτυπά η θύρα του δωματίου και να εισέρχεται μέσα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, βαστάζοντας εις το χέρι Του ένα κομμάτι βαμβάκι αλειμμένο με λάδι και μ’αυτό με ήλειψε εις το πρόσωπον σταυροειδώς και μου είπε: «Παύλε, Παύλε, από αύριον θα είσαι ιδικός μου. Όποιος παρουσιασθή μη κλονισθής, εγώ θα είμαι μέσα σου». Παραχρήμα δε εξύπνησα και ανέφερα εις την γυναίκα μου το συμβαν και τους είπα να προσέξουν και να μη κλονισθούν ή δελεασθούν από τυχόν προσφερόμενα χρήματα που ίσως θα προσεφέροντο, όσα κι αν ήσαν αυτά, πράγμα που δυστυχώς έγινε την επομένην.
Πράγματι την επομένην ημέραν, πρώτην ημέραν της Πεντηκοστής των Ιουδαίων, μου παρουσιάσθη ολόκληρον το Συμβούλιον της Κοινότητος εις το σπίτι μου κατά τας ένδεκα (11) το πρωί, διά να με μεταπείσουν προσφέροντάς μου υπέρογκα ποσά. Αυτό τούτο έπραξαν και οι καταφθάσαντες εκ Κερκύρας μετέπειτα συγγενείς μου.

Αλλ’εγώ προειδοποιημένος υπό του Κυρίου μου έμεινα ακλόνητος, μαζί με την οικογένειάν μου, εις την μέλλουσαν ορθήν πίστιν, που θα συνεπλήρωνα βαπτιζόμενος εις το όνομα της; τρισυποστάτου Θεότητος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Και πράγματι την επομένην ειδοποίησα τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Άρτης κ.κ. Σεραφείμ, ίνα βαπτίση ημάς την 8ην Ιουνίου 1952 ημέραν της Πεντηκοστής κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Και ούτω έγινε. Μετά δέκα ημέρας την Ανάληψιν του Κυρίου ημέραν Κυριακήν εορτήν της Πεντηκοστής και ώραν 12ην μεσημβρινήν εγένετο η βάπτισίς μας, εμού και των τριών μελών της οικογένειάς μου ενώπιον του Κλήρου και των Αρχών της πόλεως και πλήθους κόσμου, υπολογιζομένου άνω των 3 χιλιάδων.

Αρχαί ωδίνων…

Από την ιδίαν όμως ημέραν της βαπτίσεώς μας ήρχισαν οι διωγμοί και αι συκοφαντίαι. Αλλ’ο Κύριος, όχι μόνον δεν μας παρέδωσε εις τους διωγμούς και συκοφαντίας των εχθρών μας, αλλά μας παρηκολούθησεν με θαύματα. Έδωσεν εις ημάς τέκνον άρρεν έπειτα από 9 ολόκληρα έτη που είχον περάσει από την τελευταίαν μας θυγατέρα.

Πράγματι, μετά παρέλευσιν τριών ετών από της βαπτίσεώς μας και αφού πολλοί πρώην Ισραηλίται και νυν αδελφοί μας εν Χριστώ, προφανώς άνευ πίστεως διέδιδον, ότι επειδή δήθεν απηρνήθημεν την θρησκείαν των Πατέρων μας, ασπασθέντες τον Χριστιανισμόν η γυνή μου δεν πρόκειται να τεκνοποιήση, και ότι μίαν ημέραν πάλιν θα επιστρέψωμεν εις την εβραϊκήν θρησκείαν, μη γνωρίζοντες προφανώς, ότι η εβραϊκή θρησκεία ήτο πρόδρομος της Χριστιανικής και ότι ο προβιβαζόμενος δεν υποβιβάζεται, τους απέδειξε ο Θεός τούτο διά θαύματος τον

Αύγουστον του 1955.

Επήγαμε οικογενειακώς εις την Κέρκυραν διά να παρακολουθήσωμεν την Λιτανείαν του Αγίου Σπυρίδωνος (11η Αυγούστου), να προσκυνήσωμεν και να παρακαλέσωμεν αυτόν, όπως διά των πρεσβειών του μεσιτεύση εις τον Κύριον και μου δώση τέκνον, και μάλιστα άρρεν διά να το αφιερώσω εις την Εκκλησίαν Του φέροντας το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνος, ίνα ούτω καταισχυνθούν οι αντίπαλοί μας. Και ώ του θαύματος, μετά από παρέλευσιν τεσσάρων μηνών, ήτοι τον Δεκέμβριον του 1955, έμεινεν έγγυος η σύζυγός μου και είχαμε την ελπίδαν, ότι θα εγένετο υιός ως το εζητήσαμε.

Το επόμενον έτος, (τον Αύγουστον) επήγα και πάλιν εις την χάριν του μαζί με τα δυο μου κορίτσια και με μια πατριώτισσά μας, Φωτεινή Τριχιά, ίνα διανυκτερεύσωμεν εις την Εκκλησίαν του Αγίου. Την γυναίκα μου δεν την είχα μαζί μου, διότι ήτο 8 μηνών έγγυος. Πηγαίνοντας όμως εις την Εκκλησίαν είδα όλο γυναίκες και εντράπην να διανυκτερεύσω με τις γυναίκες και ανεκάλεσα την υπόσχεσίν μου και επήγα σε μια γνωστή μας για ύπνο.

Το πρωί πηγαίνοντας εις την Εκκλησίαν, μου παρουσιάσθη ο Άγιος Σπυρίδων στο δρόμο και αφού με επλησίασε, έβγαλε από την τσέπη του σακακιού μου ένα περιοδικό της Ζωής, όπου έγραφε ένα άρθρον (διά να συμμορφωθή το γυναικείον φύλον από τα ενδύματα που φορούν), μου την φυσά στο πρόσωπον και μου λέγει: «Γιατί ανεκάλεσες την υπόσχεσίν σου; και ότι εκείνο που μου ζήτησες πέρυσι τον Αύγουστο θα σου το δώσω εις ένα μήνα (μου έλεγε για το παιδί που θα εγεννούσε εις ένα μήνα η γυναίκα μου). Εγώ δε,τον ανεγνώρισα αμέσως και του λέγω: «ήμαρτον και συγχώρεσέ με διότι εντράπην τας γυναίκας με τα ενδύματα που φορούσαν». Και μου απαντά ο Άγιος και μου λέγει ότι: «Η κατάλληλος στιγμή διά να διαλαλήσω το άρθρον που έλεγες με τις πλάτες έξω, εμπρός εις τα άγια Λείψανά μου και προσκυνούν και περιμένουν θαύμα, πράγμα που είναι αδύνατον να το λάβουν με τοιαύτην περιβολήν». Λέγοντάς μου αυτά, ταυτοχρόνως με αφήκεν και άφωνον μέχρι της ώρας που ο Μητροπολίτης εις την Εκκλησίαν κατα την Θείαν Λειτουργίαν εκφωνούσε «Τα σα εκ των Σων». Προχώρησα πάντως προς την Εκκλησίαν άφωνος, και κλαίοντας και φθάνοντας εις την πύλην του Ιερού Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος,εζήτησα από τον σκοπόν χαρτί και μολύβι και του έγραψα όλα όσα μου εσυνέβησαν.

Εις την συνέχεια, πράγματι ήλθεν ο Μητροπολίτης Κερκύρας κ.κ. Μεθόδιος και έγινε η Θεία Λειτουργία και όταν έφθασεν στα «Σα εκ των Σων» έφυγα από τον αριστερόν ψάλτην, όπου ευρισκόμην, και ήλθα και έπεσα εμπρός στο Άγιον Λείψανον του Αγίου που ευρίσκετο έξω του Ναού, εις την πύλην του Αργαγγέλου Γαβριήλ, έξωθεν του Τάφου του. Και πράγματι, μόλις ετελείωσε ο Μητροπολίτης την εκφώνησιν «Τα Σα εκ των Σων» και έφθασεν εις το «εξαιρέτως της Παναγίας» εσηκώθηκα αμέσως όρθιος και τότε εζήτησα άδεια από τον Μητροπολίτην διά να μιλήσω σχετικώς με τα όσα μου συνέβησαν και σχετικώς με την αμφίεσιν του γυναικείου φύλου.

Εις την συνέχεια και δη την 7ην Σεπτεμβρίου 1956, έτεκεν η σύζυγός μου άρρεν (εις πείσμα και αποστόμωσιν των πατριωτών μου,οίτινες,ως προείπον,επίστευον και πιστεύουν,ότι όταν τις αρνηθή την θρησκείαν του,εις τιμωρίαν δεν τεκνοποιεί) και κατά την εορτήν του Αγίου Σπυρίδωνος(12ην Δεκεμβρίου 1959) εβαπτίσαμεν αυτό και του εδώσαμε το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνος,το οποίον πλέον έχομεν αφιερώσει εις τον Θεόν και τον προορίζομεν για ιερέα,με την βοήθειαν του Κυρίου.
Ούτω πως έγινε η βάπτισίς μας και η πίστις μας εις τον Μεσσίαν Χριστόν και ευχόμεθα, όπως φωτίση όλους ο Κύριος, ως εφώτισεν τους δώδεκα Μαθητάς Του και Αποστόλους κατά την ημέραν της Πεντηκοστής διά της καθόδου του Αγίου Πνεύματος, και οι μεν να επιστρέψουν εις Χριστόν και βαπτισθούν εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον,οι δε να προχωρήσουν κηρύττοντες τας αληθείας του Ευαγγελίου και επιστρέψουν και άλλοι, και ούτω όλοι μαζί ηνωμένοι εν τη φρικτή Δευτέρα ελεύσει Του το : «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (Ματθ. ΚΕ” 34), την οποίαν εύχομαι, μαζί με την οικογένειάν μου, εις αλλήλους και εις πάντας. Αμήν

Πηγή:

Εκδόσεις

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΙΔΡΥΜΑ «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»

http://www.apostolosvarnavas.gr

ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ – ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΠΩΛΗΣΙΣ

<>